From Wiktionary, the free dictionary
Inherited from Byzantine Greek λογαριάζω ( logariázō ) , from Ancient Greek λογάρι(ον) ( logári(on) , diminutive of λόγος ( lógos ) ; also "account" ) + -άζω ( -ázō ) .[ 1]
IPA (key ) : /lo.ɣaˈɾʝa.zo/
Hyphenation: λο‧γα‧ριά‧ζω
λογαριάζω • (logariázo ) (past λογάριασα , passive λογαριάζομαι , p‑past λογαριάστηκα , ppp λογαριασμένος )
( transitive ) to account for , to calculate , to reckon ( to compute an account of; to make a reckoning of )
Synonym: υπολογίζω ( ypologízo )
( transitive ) to count , to factor in ( to reckon in; to include in a calculation )
( transitive ) to take account of , to take into account ( to take into consideration )
( transitive ) to count , to reckon ( to consider something as an example of something or as having some quality; to account, to regard as )
Synonyms: θεωρώ ( theoró ) , υπολογίζω ( ypologízo )
to plan [with να ( na , + verb ) ‘to do’ ] ( to intend )
Synonyms: σχεδιάζω ( schediázo ) , σκοπεύω ( skopévo )
( passive voice ) to be counted , to be reckoned ( to be considered or esteemed )
λογαριάζω λογαριάζομαι
Active voice ➤
Passive voice ➤
Indicative mood ➤
Imperfective aspect ➤
Perfective aspect ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Non-past tenses ➤
Present ➤
Dependent ➤
Present
Dependent
1 sg
λογαριάζω
λογαριάσω
λογαριάζομαι
λογαριαστώ
2 sg
λογαριάζεις
λογαριάσεις
λογαριάζεσαι
λογαριαστείς
3 sg
λογαριάζει
λογαριάσει
λογαριάζεται
λογαριαστεί
1 pl
λογαριάζουμε , [λογαριάζομε ]
λογαριάσουμε , [λογαριάσομε ]
λογαριαζόμαστε
λογαριαστούμε
2 pl
λογαριάζετε
λογαριάσετε
λογαριάζεστε , λογαριαζόσαστε
λογαριαστείτε
3 pl
λογαριάζουν (ε )
λογαριάσουν (ε )
λογαριάζονται
λογαριαστούν (ε )
Past tenses ➤
Imperfect ➤
Simple past ➤
Imperfect
Simple past
1 sg
λογάριαζα
λογάριασα
λογαριαζόμουν (α )
λογαριάστηκα
2 sg
λογάριαζες
λογάριασες
λογαριαζόσουν (α )
λογαριάστηκες
3 sg
λογάριαζε
λογάριασε
λογαριαζόταν (ε )
λογαριάστηκε
1 pl
λογαριάζαμε
λογαριάσαμε
λογαριαζόμασταν , (λογαριαζόμαστε )
λογαριαστήκαμε
2 pl
λογαριάζατε
λογαριάσατε
λογαριαζόσασταν , (λογαριαζόσαστε )
λογαριαστήκατε
3 pl
λογάριαζαν , λογαριάζαν (ε )
λογάριασαν , λογαριάσαν (ε )
λογαριάζονταν , (λογαριαζόντουσαν )
λογαριάστηκαν , λογαριαστήκαν (ε )
Future tenses ➤
Continuous ➤
Simple ➤
Continuous
Simple
1 sg
θα λογαριάζω ➤
θα λογαριάσω ➤
θα λογαριάζομαι ➤
θα λογαριαστώ ➤
2,3 sg , 1,2,3 pl
θα λογαριάζεις , …
θα λογαριάσεις , …
θα λογαριάζεσαι , …
θα λογαριαστείς , …
Perfect aspect ➤
Perfect aspect
Present perfect ➤
έχω , έχεις , … λογαριάσει έχω, έχεις, … λογαριασμένο , ‑η, ‑ο ➤
έχω, έχεις, … λογαριαστεί είμαι , είσαι , … λογαριασμένος , ‑η, ‑ο ➤
Past perfect ➤
είχα , είχες , … λογαριάσει είχα, είχες, … λογαριασμένο , ‑η, ‑ο
είχα, είχες, … λογαριαστεί ήμουν , ήσουν , … λογαριασμένος , ‑η, ‑ο
Future perfect ➤
θα έχω , θα έχεις , … λογαριάσει θα έχω, θα έχεις, … λογαριασμένο , ‑η, ‑ο
θα έχω, θα έχεις, … λογαριαστεί θα είμαι, θα είσαι, … λογαριασμένος , ‑η, ‑ο
Subjunctive mood ➤
Formed using present , dependent (for simple past ) or present perfect from above with a particle (να , ας ).
Imperative mood ➤
Imperfective aspect
Perfective aspect
Imperfective aspect
Perfective aspect
2 sg
λογάριαζε
λογάριασε
—
λογαριάσου
2 pl
λογαριάζετε
λογαριάστε
λογαριάζεστε
λογαριαστείτε
Other forms
Active voice
Passive voice
Present participle➤
λογαριάζοντας ➤
—
Perfect participle➤
έχοντας λογαριάσει ➤
λογαριασμένος , ‑η, ‑ο ➤
Nonfinite form➤
λογαριάσει
λογαριαστεί
Notes Appendix:Greek verbs
• (…) optional or informal. […] rare. {…} learned, archaic. • Multiple forms are shown in order of reducing frequency. • Periphrastic imperative forms may be produced using the subjunctive.