μήνυμα

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

μήνυμα ‎(mínyman ‎(plural μηνύματα)

  1. message
    συλλυπητήριο μήνυμα‎ ― syllypitírio mínyma ― message of condolence
    αφήστε το μήνυμά σας μετά το χαρακτηριστικό ήχο‎ ― afíste to mínymá sas metá to charaktiristikó ícho ― leave your message after the beep
  2. email; text, SMS
  3. (figuratively) message
    το μήνυμα του χριστιανισμού‎ ― to mínyma tou christianismoú ― the message of Christianity

Declension[edit]