ποιοτικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From ποιότης (poiótis) +‎ -ικός (-ikós). Calque of French qualitatif.

Adjective[edit]

ποιοτικός (poiotikósm (feminine ποιοτική, neuter ποιοτικό)

  1. qualitative
    ποιοτικός έλεγχος (quality control)
    Antonyms: ποσοτικός (posotikós)

Declension[edit]

Related terms[edit]

Further reading[edit]

  • ποιοτικός in Triantafyllides, Hidryma (1998) Λεξικό της κοινής νεοελληνικής [Dictionary of Standard Modern Greek]