Category:Greek adjective superlative forms

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. ελάχιστων
  2. ελάχιστους
  3. ελάχιστοι
  4. ελάχιστες
  5. ελάχιστα
  6. ελάχιστη
  7. ελάχιστης
  8. ελάχιστε
  9. ελάχιστο
  10. ελάχιστου
Oldest pages ordered by last edit
  1. ζεστότερος
  2. απλούστατος
  3. μέγιστου
  4. μέγιστος
  5. μέγιστε
  6. μέγιστα
  7. μέγιστες
  8. μέγιστοι
  9. μέγιστο
  10. μέγιστης

» All languages » Greek language » Non-lemma forms » Adjective forms » Adjective superlative forms

Greek adjectives that are inflected to give attributes to nouns in their highest possible degrees.

Greek has two superlative forms: