Category:Greek words prefixed with απο-

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. απολογία
  2. αποκεφαλίζω
  3. απόκλιση
  4. απελπισία
  5. αποτσίγαρο
  6. αποστειρώνω
  7. αποσβήνω
  8. αποπαίρνω
  9. απολαβαίνω
  10. απολαμβάνω
Oldest pages ordered by last edit
  1. απογοητεύω
  2. απολαμβάνω
  3. αποκεφαλίζω
  4. απολογία
  5. απόγονος
  6. απόκλιση
  7. αποτσίγαρο
  8. αποκόβω
  9. αποδοκιμάζω
  10. αποβιβάζω

» All languages » Greek language » Terms by etymology » Words by prefix » Words prefixed with απο-

Greek words beginning with the prefix απο- (apo-).