Category:el:Automotive

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. προφυλακτήρας
  2. φτερό
  3. πισινό φανάρι
  4. γκαράζ
  5. γκαζολίνη
  6. βενζίνη
  7. κοτσάρω
  8. κοτσαδόρος
  9. καταλυτικός
  10. χειρόφρενο
Oldest pages ordered by last edit
  1. κιβώτιο ταχυτήτων
  2. πισινό φανάρι
  3. αναφλεκτήρας
  4. μπουζόκλειδο
  5. εξαερωτήρας
  6. ντίζελ
  7. βαλβίδα
  8. γκαζολίνη
  9. μπουζοκαλώδιο
  10. ταμπλό

» All languages » Greek language » All topics » Transport » Automotive

Greek terms related to automotive topics.