Category:el:Family

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. αρραβωνιαστικός
  2. αρραβωνιαστικιά
  3. αδερφούλα
  4. άνδρας
  5. άντρας
  6. συμπεθέρα
  7. συμπέθερος
  8. ανιψάκι
  9. ανίψι
  10. μητέρα
Oldest pages ordered by last edit
  1. εξάδελφος
  2. ανιψάκι
  3. ξαδέλφια
  4. προγονή
  5. ανιψιός
  6. συμπέθερος
  7. ξαδέρφι
  8. προγονός
  9. ανιψιά
  10. ξαδέλφι

» All languages » Greek language » All topics » Human » People » Family

Greek terms related to family.