Category:el:Tools

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. σπάτουλα
  2. τσεκούρι
  3. σκερπάνι
  4. σκεπάρνι
  5. ποτιστήρι
  6. πελέκι
  7. νυστέρι
  8. μπουζόκλειδο
  9. γερμανικό κλειδί
  10. γαλλικό κλειδί
Oldest pages ordered by last edit
  1. κατσαβίδι
  2. λίμα
  3. τσουγκράνα
  4. γνώμονας
  5. τσάπα
  6. σκαπάνη
  7. αξινάρι
  8. πελέκι
  9. πριόνι
  10. τσεκούρι

» All languages » Greek language » All topics » Technology » Tools

Greek terms related to tools