Index:Ancient Greek/ο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ο

  1. article pronoun

οα

  1. ὄα n

οβ

  1. ὀβελός n
  2. ὀβολός n

ογ

  1. ὀγδοήκοντα num
  2. ὄγδοος adj
  3. ὄγκινος adj
  4. ὄγκος n
  5. Ο γὰρ ἐάν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει *

οδ

  1. ὀδμή n
  2. ὁδός n *
  3. ὀδούς n
  4. Ὀδρύσης n
  5. Ὀδυσσεία proper
  6. Ὀδύσσεια proper
  7. Ὀδυσσεύς proper

οζ

  1. ὄζος n
  2. ὄζω v

οθ

  1. Ὄθρυς proper
  2. Ὄθων proper

οι

  1. Ὀϊλεύς proper
  2. ὄϊς n *
  3. Οἴαγρος proper
  4. Οἴαξ proper
  5. οἴαξ n
  6. οἰδέω v
  7. Οἰδίπους proper *
  8. οἰκία n
  9. Οἰκλείδης proper
  10. Οἰκλῆς proper
  11. οἴκοθεν adv
  12. οἶκος n
  13. οἰκουμένη n
  14. οἰκουμενικός adj
  15. Οἰλεύς proper
  16. οἴμοι int
  17. Οἰνεύς proper
  18. Οἰνιάδαι proper
  19. Οἰνόη proper
  20. Οἰνόμαος proper
  21. οἶνος n
  22. Οἰνόφυτα proper
  23. Οἰνώνη proper
  24. Οἰνωτρία proper
  25. Οἴνωτρος proper
  26. οἶος adj
  27. οἶς n
  28. οἰσοφάγος n *
  29. οἶστρος n
  30. Οἴτη proper
  31. οἴφω v
  32. Οἰχαλία proper
  33. οἰωνοσκοπικός adj

οκ

  1. ὄκρις n adj
  2. Ὀκταουία proper
  3. Ὀκταουιανός proper
  4. Ὀκταούιος proper
  5. ὀκτώ num
  6. ὀκτώπους n

ολ

  1. ὀλεθροφόρος adj
  2. ὀλίγος adj
  3. ὁλοθούριον n
  4. Ὄλορος proper
  5. ὅλος adj *
  6. ὀλοφυδνός adj
  7. ὀλοφύρομαι v
  8. Ὄλπαι proper
  9. Ὀλυμπία proper
  10. Ὀλύμπια proper
  11. Ὀλυμπιάς proper
  12. Ὄλυμπος proper
  13. Ὄλυνθος proper

ομ

  1. Ὀμβρική proper
  2. Ὀμβρικός n
  3. ὄμβρος n
  4. ὀμείχω v
  5. Ὅμηρος proper
  6. ὁμοῦ adj
  7. ὁμογενής adj
  8. ὁμόγραφος adj
  9. ὅμοιος adj
  10. ὁμοιόω v
  11. ὁμοίως adv
  12. ὁμός adj
  13. Ὀμφάλη proper
  14. ὀμφαλός n
  15. Όμοιος, ομοίω αεί πελάζει *

ον

  1. Ὄνειον proper
  2. ὄνειρον n
  3. ὄνειρος n
  4. ὄνομα n *
  5. ὀνομάζω v
  6. ὀνομαστικόν n
  7. ὀνομαστικός adj
  8. ὀνοματοποιία n
  9. ὄνος n
  10. ὄνυξ n

οξ

  1. ὀξύμωρον *
  2. ὀξύς adj

οο

  1. ὄον n

οπ

  1. ὅπερ ἔδει δεῖξαι phrase
  2. ὀπιδνός adj
  3. ὄπιον n
  4. ὄπισθεν adv
  5. ὅπλα n
  6. ὁπλή n
  7. ὁπλίτης n
  8. ὅπλον n
  9. Ὀποῦς proper
  10. ὀπτικός adj
  11. ὀπτίων n
  12. ὀπτός adj
  13. ὀπώρα n

ορ

  1. ὅραμα n
  2. ὄρανος n
  3. ὁράω v
  4. ὄργανον n
  5. ὄργια n
  6. ὀρέγω v
  7. ὄρεξις n
  8. Ὀρεστεία proper
  9. Ὀρέστης proper
  10. ὀρθοέπεια n
  11. ὀρθόπνοια n
  12. ὀρθός adj
  13. ὁρίζω v
  14. ὁρίζων n
  15. ὅρκος n
  16. ὁρμή n
  17. Ὀρνεαί proper
  18. Ὀρνεάτης n
  19. ὄρνεον n
  20. ὄρνις n
  21. ὄρνυμι v
  22. ὄροβος n
  23. Ὀρόντης proper
  24. ὄρος n
  25. ὅρος n
  26. ὄρρος n
  27. Ὀρσίλοχος proper
  28. Ὁρτήσιος proper
  29. ὀρφανός adj
  30. Ὀρφεύς proper
  31. ὀρχέομαι v
  32. ὄρχις n
  33. Ὀρχομενός proper

ος

  1. ὅς pronoun

οσ

  1. ὅσιος adj n
  2. Ὄσιρις proper
  3. ὀσμή n
  4. Ὄσσα proper
  5. ὄσσε n
  6. ὀστέον n
  7. ὅστις pronoun
  8. ὄστρακον n
  9. ὄστρεον n

οτ

  1. ὅτι conj

ου

  1. οὐ particle
  2. οὗ adv
  3. Οὐαλερία proper
  4. Οὐαλέριος proper
  5. Οὐάλης proper
  6. Οὔαρος proper
  7. Οὐάρρων proper
  8. Οὐατίνιος proper
  9. οὐδείς pronoun
  10. οὐδέν adv *
  11. Οὐεργιλία proper
  12. Οὐεργίλιος proper
  13. Οὐεσπασίανος proper
  14. Οὐηΐοι proper
  15. οὖθαρ n
  16. Οὐίνδιξ proper
  17. Οὐιτέλλιος proper
  18. Οὐκαλέγων proper
  19. οὖν particle
  20. Οὗννος n
  21. Οὐολοῦσκος n
  22. Οὐολουμνία proper
  23. οὐρά n
  24. Οὐρανία proper
  25. Οὐρανός proper
  26. οὐρανός n
  27. οὖρον n
  28. οὐροπύγιον n
  29. οὖρος n
  30. οὖς n *
  31. οὐτιδανός adj
  32. οὔτις pronoun
  33. οὗτος pronoun

οφ

  1. ὀφειλέτης n
  2. ὀφείλω v
  3. ὀφέλλω v
  4. ὄφελμα n
  5. ὄφελος n
  6. ὀφθαλμός n
  7. ὄφις n
  8. ὀφρῦς *
  9. ὀφρύς n

οχ

  1. ὀχεύς *
  2. ὄχλος n
  3. ὄχος n
  4. ὀχυρός adj
  5. ὀχύρωσις n

οψ

  1. ὄψ n
  2. ὄψις n *