Index:Greek/δ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

δ[edit]

Δ

δα[edit]

δαιδαλώδης -- labyrinthine
δαιμονισμός -- possession
δακρυσμένος -- tearful
δακτυλικό αποτύπωμα -- fingerprint
δακτύλιος -- ring
δάκτυλο -- digit
δακτυλογραφώ -- type
δαμασκηνί -- plum
δαμασκηνιά -- plum
δαμάσκηνο -- plum
Δαμασκός -- Damascus
Δανέζα -- Dane
δανέζικα -- Danish
δανέζικος -- Danish
Δανέζος -- Dane
δανείζω -- loan
δάνειο -- loan
Δανή -- Dane
Δανία -- Denmark
δανικά -- Danish
δανικός -- Danish
Δανός -- Dane
δάπεδο τζακιού -- hearth
δασομυωξός -- dormouse
δασονομικός -- forest
δάσος -- forest, wood
δασύπους -- armadillo
δάφνη -- laurel
δαχτυλίθρα -- thimble
δάχτυλο -- finger

δε[edit]

δε -- no, not
δείκτης -- hand, index
δειλινό -- evening
δείπνο -- dinner, supper
δείπνος -- supper
δειπνώ -- supper
δέκα -- ten
δεκάδα -- decade
δεκαεννέα -- diciannove, nineteen
δεκαεννιά -- nineteen
δέκα εντολές -- Ten Commandments
δεκαέξι -- sixteen
δεκαεπτά -- seventeen
δεκαετία -- decade
δεκανέας -- corporal
δεκαοκτώ -- eighteen
δεκαπενθήμερο -- fortnight
δεκαπέντε -- fifteen
δεκατέσσερα -- fourteen
δέκατο -- tenth
δέκατος -- tenth
δεκατοστόγραμμα -- decigram
δεκατρείς -- thirteen
δεκατρία -- thirteen
Δεκέμβρης -- December
Δεκέμβριος -- December
δέλεαρ -- attraction
δέλτα -- delta
Δελφοί -- Delphi
Δελχί -- Delhi
δεν -- no, not
δενδροκούναβο -- marten
δενδρολίβανο -- rosemary
δεν καταλαβαίνω -- I don't understand
δέν μέ πειράζει -- mind
δεν ξέρω -- I don't know
δέντρο -- tree
δεξιός -- right
δέος -- awe
δέρμα -- flesh, skin
δεσμός -- ligature
δεσμωτήριο -- prison
δεσποινίς -- miss
δεσπότης -- lord
δεσποτισμός -- despotism
Δευτέρα -- Monday
δευτερεύων -- secondary
δεύτερη -- second
δευτέριο -- deuterium
δεύτερο -- second
δευτερόλεπτο -- second
δεύτερος -- second
δέχομαι -- accept

δη[edit]

δηλαδή -- i.e.
δηλητήριο -- poison, venom
δηλητηριώδης -- poisonous
δηλώ -- declare
δήλωση -- statement
δήμαρχος -- mayor
δημηγορώ -- harangue
δημήτριο -- cerium
δημιούργημα -- creation, creature
δημιουργία -- creation
δημιουργική -- creative
δημιουργικό -- creative
δημιουργικός -- creative
δημιουργός -- creator, maker
δημιουργώ -- create
δημοκρατία -- democracy, republic
Δημοκρατία της Βαϊμάρης -- Weimar Republic
Δημοκρατία της Κορέας -- Republic of Korea
Δημοκρατία της Μακεδονίας -- former Yugoslav Republic of Macedonia
Δημοκρατία της Τσεχίας -- Czech Republic
Δημοκρατία του Κογγό -- Congo
Δημοκρατία του Κονγκό -- Congo
δημοκρατικός -- democratic
Δημόκριτος -- Democritus
δήμος
δημόσια κατακραυγή -- moral panic
δημόσιος κήπος -- garden
δημοψήφισμα -- referendum

δι[edit]

δι-
διαβάζω
διαβάζω βιαστικά -- scan
διαβάθμηση -- adjustment
διαβαίνω τον Ρουβίκωνα -- cross the Rubicon
διαβήτης -- diabetes, pair of compasses
διαβιβάσιμη σπογγοειδής εγκεφαλοπάθεια -- transmissible spongiform encephalopathy
διαβολάκι -- imp
διαβολική -- devilish
διαβολικό -- devilish
διαβολικός -- devilish, evil
διάβολος -- devil
διαδικασία -- process
Διαδικτυακά Χρώματα -- web colors
διαδίκτυο -- Internet
διαδραματίζομαι -- happen
διαζευγμένη -- divorcee
διαζευγμένος -- divorcee
διαθέσιμος -- available
διαθεσιμότητα -- availability
διαθήκη -- will
διαίρεση -- diaeresis, dieresis
διαιρετέος -- dividend
δίαιτα -- fast
διαιτητής -- referee
διακανονίζω -- adjust
διακινδύνευση -- risk
διακινδυνεύω -- risk
διακοπή -- interruption
διακόπτω -- interrupt
διακόσια -- two hundred
διακόσμηση -- ornament
διακοσμητική -- ornamental
διακοσμητικό -- ornamental
διακρίνω -- discern
διακριτός -- discernible
διακύβευση -- risk
διακυβεύω -- risk
διαλέγομαι -- discourse
διαλέγω -- choose
διάλεκτος -- dialect
διάλεξη -- discourse, lecture
διάλογος -- dialogue, talk
διαμάντι -- diamond
διαμένω -- live
διάμεσος -- median
διάμετρος -- diameter
διαμοιραστής -- server
διάνθισμα -- grace note
διανοητικά καθυστερημένος -- moron
διάνοια -- mind
διανομέας -- router
διανοούμενος -- mind
διάνος -- turkey
διά ποίον λόγον -- why
διαρκές παιδί -- perpetual child
διαρρέω -- leak
διάρρηξη -- break-in
διάρροια -- shit
διασκέδαση -- amusement
διασκεδαστικός -- funny
διάσπαση -- chasm
Διασπορά -- Diaspora
διασπορά -- dissipation
διασταύρωση -- cross
διάστημα -- space
διασύνδεση -- interface
διασυνδετική διάταξη -- interface
διασυνδετικό περιβάλλον -- interface
διασυνδέω -- interface
διαταγή -- order
διατί -- why
διατρέχω -- scan
διατρυπώ -- impale, skewer
διάττων αστήρ -- shooting star
διατυπώνω -- word
διαύγεια -- mind
διαφανής -- diaphanous, transparent
διαφήμιση -- advertisement
διαφορετικές αντιδράσεις -- mixed reactions
διαφορετικός -- different
διαφοροποίηση -- differentiation
διάφορος -- miscellaneous
διαφωτίζω -- enlighten
διαχειριστής -- administrator
διαχέω -- dissipate
διάχυση -- dissipation
δίγαμμα -- digamma
δίγαστρο -- catamaran
δίδαγμα -- lesson, teaching
διδάκτορας -- doctor
διδάσκω -- teach
δίδυμος -- twin
διδώ -- dodo
δίεδρος
Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο -- International Phonetic Alphabet
διεθνής -- international
Διεθνής ένωση τηλεπικοινωνιών -- International Telecommunication Union
διεπιφάνεια -- interface
διεργασία -- process
διερευνώ -- scan
διευθέτηση -- adjustment
διευθετώ -- adjust
διευθυντής -- head
διευθύντρια -- head
διευκολύνω -- expedite
διεφθαρμένος -- corrupt
διηθηθεί -- percolate
δίκαιος -- fair, just
δικαίωση -- vindication
δικαστική κλήση -- process
δικάταρτο
δίκη -- trial
δικηγορία -- bar
δικηγόροι -- bar
δικοί του -- people
δικός της -- his
δικός του -- his
δικός τους -- his
δίκτυο -- net, network
δίνω -- give, hand, please
δίνω φιλί -- kiss
Διογένης -- diogenes
διοικώ -- administer, administrate
διοξείδιο πυριτίου -- silicon dioxide
διοξείδιο του άνθρακα -- carbon dioxide
διορθώνω -- retrieve
διορίζω -- name
διότι -- because, for
διοχετεύω -- channel
δίπλα -- beside
διπλανός -- next
διπλάσιο ακροβατικής επίδειξης -- stunt double
διπλοσάινο -- goshawk
δίπλωμα -- diploma
δισεκατομμύριο -- billion, milliard
δισεκατομμυριούχος -- billionaire
δισκάριο -- disk
δισκέτα -- diskette, floppy
δισκογραφία -- discography
δισκοθήκη -- discotheque
δίσκος -- disc, disk, record
δίφθογγος -- diphthong
διχαλωτή καρφίδα -- hairpin
δίχτυ -- net
δίχτυωτό -- net
δίχως -- without
δίψα -- thirst
διώνυμο -- binomial
Διώρυγα Σουέζ -- Suez Canal

δο[edit]

δόγμα -- belief, creed, doctrine, tenet
δογματικός -- fundamentalist
δογματικός συντηρητισμός -- fundamentalism
δοδώ -- dodo
δοκιμασία -- trial
δοκιμή -- trial
δοκίμιο -- essay
δολάριο -- dollar
δολλάριο -- dollar
δολοφονία -- assassination
δολοφόνος -- assassin, killer
δολοφονώ -- assassinate
Δομίνικα -- Dominica
Δομινικανή Δημοκρατία -- Dominican Republic
δόντι -- tooth
δόξα -- fame
δοξασία -- belief
δορκάδα -- deer
δοσοληψία -- transaction
Δουβλίνο -- Dublin
δούκας -- duke
δουλειά
δουλεία -- enslavement, slavery
δουλεύω -- bullshit
δουλοπάροικος -- serf
Δούναβης -- Danube
δοχείο -- vessel

δρ[edit]

δράκος -- dragon
δραχμή -- drachma
δρεπάνι -- sickle
Δρέσδη -- Dresden
δρομαίος -- emu
δρομάς -- dromedary
δρόμος -- street
δρυοκολάπτης -- woodpecker
δρυς -- oak

δυ[edit]

δυαδικός -- binary
δυαδικό σύστημα -- binary
Δυνάμεις -- power
δύναμη -- power
δυναμική -- dynamics
δυνατός
δυνατότητα -- possibility
δύο
δυό -- twice
δύο -- two
δύση -- sunset, west
δυσθυμία -- dysthymia
δύσκολος -- difficult
δυσλειτουργία ντουλαπών -- wardrobe malfunction
δυσλειτουργική -- dysfunctional
δυσλειτουργικό -- dysfunctional
δυσλειτουργικός -- dysfunctional
δυσνόητος -- tricky
δυσπρόσιο -- dysprosium
δυσφήμηση -- defamation, slander
δυσφημιστική -- slanderous
δυσφημιστικό -- slanderous
δυσφημιστικός -- slanderous
δυτικά -- west
Δυτική Σαχάρα -- Western Sahara
δυτικός -- west

δφ[edit]

ΔΦΑ -- IPA

δω[edit]

δώδεκα -- twelve
Δωδώνη -- Dodona
δωμάτιο -- chamber
δωρεά -- donation, gift
δωρική -- Doric
δώρο -- gift
δωροδοκία -- bribery