Index:Greek/ε

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ε[edit]

Ε

εα[edit]

ΕΑΜ
έαρ -- spring
εαρινή ισημερία -- vernal equinox

εβ[edit]

εβδομάδα -- week
εβδομήντα -- seventy
εβδομήντα δύο -- seventy-two
εβδομήντα έν -- seventy-one
εβδομήντα εννέα -- seventy-nine
εβδομήντα έξ -- seventy-six
εβδομήντα επτά -- seventy-seven
εβδομήντα οκτώ -- seventy-eight
εβδομήντα πέντε -- seventy-five
εβδομήντα τέσσαρες -- seventy-four
εβδομήντα τρείς -- seventy-three
Εβραία -- Hebrew
Εβραίες -- Hebrew
εβραϊκά -- Hebrew
εβραϊκές -- Hebrew
εβραϊκή -- Hebrew
εβραϊκό -- Hebrew
εβραϊκοί -- Hebrew
εβραϊκός -- Hebrew, Jewish
Εβραίοι -- Hebrew
Εβραίος -- Hebrew, Jew

εγ[edit]

Εγγλέζα -- Englishwoman
Εγγλέζοι
εγγλεζομαθημένος
εγγλεζόπουλο
Εγγλέζος -- English, Englishman
εγγραφέας -- recorder
εγγραφή -- record
έγγραφο -- document
εγγράφω -- enroll, record
εγκαταλειμμένος,η,ο -- abandonné
εγκαταλείπω -- abandon, forsake
εγκεφαλοπάθεια -- encephalopathy
εγκέφαλος -- brain
έγκλημα -- crime
έγκλημα πολέμου -- war crime
εγκληματολογία -- criminology
εγκληματολόγος -- criminologist
εγκολπώνομαι
εγκρίνω -- approve
εγκυκλοπαίδεια -- encyclopedia
εγκυμοσύνη -- pregnancy
έγκυος -- pregnant
εγκυρότητα -- validity
έγραψα
έγραψε
εγχείρηση -- operation
εγχειρίδιο -- dagger
εγχείριση -- operation
εγχυτήρας -- primer
εγώ -- ego, I
εγωιστής -- selfish

εδ[edit]

έδαφος -- ground
εδεσματολόγιο -- menu
Εδιμβούργο -- Edinburgh
έδνον -- dowry
Εδουάρδος -- Edward
εδώ
έδω -- eat
εδώ -- here

εθ[edit]

εθισμός -- dependence
εθνικισμός -- nationalism
εθνικός -- national
εθνοκεντρισμός -- ethnocentrism
έθνος -- people
{}
[]

( )

ει[edit]

είδη αργυρά -- silver
ειδήμων -- connoisseur
ειδήσεις
ειδική
ειδική σχετικότητα -- special relativity
ειδικό
ειδικός -- expert
ειδοποιός -- specific
είδος -- type
είδωλο -- icon
ειδωλολάτρης -- pagan
είθε -- amen
εικασία -- guess
εικόνα -- face, icon
εικονίδιο -- icon
εικονική -- virtual
Εικονική Πραγματικότητα -- virtual reality
εικονοκλάστης -- iconoclast
είκοσι -- twenty
είκοσι δύο -- twenty-two
είκοσι ένα -- twenty-one
είκοσι εννέα -- twenty-nine
είκοσι έξ -- twenty-six
είκοσι επτά -- twenty-seven
είκοσι εφτά -- twenty-seven
είκοσι-οκτώ -- twenty-eight
είκοσι πέντε -- twenty-five
είκοσι τέσσαρες -- twenty-four
εικοσιτετράωρο -- day
είκοσι τρείς -- twenty-three
είμαι -- am, be
είμαι ικανός να -- able
είμαστε -- are
είναι -- are, is
είναι κινέζικα για μένα -- it's all Greek to me
ειρήνη -- peace
εις
εισαγγελέας
εισαγωγικά -- quotation mark
είσαι -- art
είσαστε -- are
εις βάθος -- in depth
εισιτήριο -- ticket
εισόδημα -- revenue
εισπνέω -- inhale
είστε -- are
εις το επανιδείν -- goodbye
εις υγείαν -- cheers
είτε -- or

εκ[edit]

έκαστος -- each
εκατό -- hundred
εκατομμύριο -- million, millón
εκατομμυριούχος -- millionaire
εκατόν -- hundred
εκατοστό -- hundredth
εκατοστόμετρο -- centimetre
εκατοστός -- hundredth
εκβολές -- mouth
εκδήλωση -- manifestation
εκδίδομαι -- whore
έκδοση -- extradition
εκδρομή -- excursion
εκεί -- there
εκείνα -- that
εκείνες -- that
εκείνη -- that
εκείνο -- that
εκείνος -- that
εκεχειρία -- ceasefire
εκθειάζω -- exalt
έκθεμα -- exhibit
έκθεση -- exhibit, exposé
εκθέτω -- exhibit
εκκεντρικός -- eccentricity
εκκεντρικότητα -- eccentricity
εκκενώσει -- evacuate
εκκένωση -- evacuation
εκκίνηση -- start
Εκκλησία -- church
εκκλησία -- church
εκκλησιασμός -- church
Εκκλησιαστικά λατινικά -- Ecclesiastical Latin
εκκρεμές -- pendulum
εκκρίνει -- excrete
εκλέγω -- choose, name
έκλειψη
εκλείψη -- eclipse
εκλογή -- choice
εκοίνοι -- that
Εκουαδόρ -- Ecuador
εκπαιδευτής -- trainer
έκπληξη -- surprise
εκπορνεύομαι -- whore
εκπορνεύω -- prostitute
έκπτωση -- sale
έκρηξη
εκσπερματίζω -- ejaculate
εκσπερματώνω -- ejaculate
Έκσταση -- ecstasy
έκσταση -- ecstasy
εκστατικός -- ecstatic
εκτάριο -- hectare
εκτέλεση -- execution
εκτέμνω -- excise
εκτενές -- extensive
εκτενής -- extensive
εκτιμώ -- appreciate, love
εκτός
έκτος
εκτός -- beside, but
εκτυπωτής -- printer
έκφραση -- expression

ελ[edit]

έλα -- come
ελαία -- olive
έλαιο -- oil
ελαιόδενδρο -- olive tree
ελαιόλαδο -- olive oil
Έλα παππού μου να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά σου -- teach grandma to suck eggs
έλασμα -- plate
ελατήριο -- spring
έλατο -- fir
ελαττώνω -- decrease
ελάφι -- deer, elk, red deer
ελαφοθήρας κύων -- deerhound
ελαφόσκυλο -- deerhound
Ελβασάν -- Elbasan
Ελβετία -- Switzerland
ελεγεία -- elegy
έλεγχος -- control
ελέγχω -- control
ελεεινός -- miserable
Ελένη
έλεος -- heart
ελευθερία -- freedom
ελευθερία έκφρασης -- freedom of speech
ελεύθερος -- free
ελευθερώνω -- free
ελέφαντας -- elephant
ελιά -- mole
ελικόπτερο -- helicopter
ελιξίριο -- elixir
ελίσσομαι -- snake
Ελλάδα
Ελλαδικός -- Helladic
Ελλάς -- Hellas
έλλειμμα -- deficit
Έλλην -- Hellen
Έλληνας -- Greek, Hellen
Ελληνίδα -- Greek
Ελληνικά
ελληνικά -- Greek
ελληνικός -- Greek
Ελληνικός -- Hellenic
ελληνισμός -- Hellenism
ελληνιστής -- Hellenist
Ελληνιστικός -- Hellenistic
έλξη -- attraction
ελονοσία -- malaria
ελπίδα -- hope
Ελ Σαλβαδόρ -- El Salvador
Ελσίνκι -- Helsinki

εμ[edit]

έμβασμα -- remittance
Εμβέλεια -- interval
έμβλημα -- device
έμβρυο -- embryo, fetus, foetus
εμείς -- we
εμένα -- me
εμμηνόπαυση -- menopause
εμού -- emu
εμπειρογνώμων -- expert
έμπειρος -- expert
εμπρός -- hello
έμφαση -- stress
εμφιαλώνω -- bottle

εν[edit]

εν
ένα
έναν
ενάντια -- against
εναντίον -- against
ένας -- an, one
ένατος -- ninth
ένδεκα
ενδιαφέρων -- interesting
ενδοκρινολογία -- endocrinology
ενδοκρινολόγος -- endocrinologist
ενδοσυμβιοτική θεωρία -- endosymbiotic theory
ένδυμα -- dress
ενενήντα -- ninety
ενενήντα δύο -- ninety-two
ενενήντα έν -- ninety-one
ενενήντα εννέα -- ninety-nine
ενενήντα έξ -- ninety-six
ενενήντα επτά -- ninety-seven
ενενήντα οκτώ -- ninety-eight
ενενήντα πέντε -- ninety-five
ενενήντα τέσσαρες -- ninety-four
ενενήντα τρείς -- ninety-three
ενέργεια -- power
ενήλικας -- adult
ενθουσιασμός -- enthusiasm
ενικό -- address informally
ενισχυμένη νέα έκδοση -- enhanced remake
εννέα -- nine
εννεάκις εκατομμύριο -- quintillion
εννιά -- nine
ένορκος -- juré, juror
ενός
ενοχή -- guilt
ενοχλήσει -- annoy
εν πάσει περιπτώσει -- anyhow, anyway
ενστερνίζομαι
ένστικτο -- instinct
εντάξει
ένταση -- stress
ενταφιάζω -- earth
έντεκα -- eleven
εντιμότητα -- honesty
Έντμοντον -- Edmonton
έντομο -- insect
εντοπισμός -- localization
εντούτοις -- although, but
εν τούτοις -- nevertheless, though
ενυδρίδα -- otter
ενύπνιον -- dream
Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών -- Union of Soviet Socialist Republics

εξ[edit]

εξαγοράζω -- redeem
εξαιρετικός -- great
Εξάρτημα -- gadget
εξαρτημένος -- dependent
εξάρτηση -- dependence
εξάσκηση -- practice
εξασκούμαι -- train
εξασκώ -- train
εξαφανιστεί -- disappear
εξάψαλμος -- harangue
εξέγερση -- insurrection
εξετάζω βιαστικά -- scan
Έξετερ -- Exeter
εξευτελίζω -- abase
εξηγήσει -- explain
εξήγηση -- explanation
εξημερωμένο ζώο -- domesticated animal
εξήντα -- sixty
εξήντα δύο -- sixty-two
εξήντα έν -- sixty-one
εξήντα εννέα -- sixty-nine
εξήντα έξ -- sixty-six
εξήντα επτά -- sixty-seven
εξήντα οκτώ -- sixty-eight
εξήντα πέντε -- sixty-five
εξήντα τέσσαρες -- sixty-four
εξήντα τρείς -- sixty-three
εξής -- following
έξι -- six
εξιδρώνω -- exude
εξιλαστήριο θύμα -- scapegoat
εξιλεώνω -- expiate
εξίσωση -- equation
έξοδος -- exodus
έξοδος κινδύνου -- fire exit
εξοικειωμένος -- familiar
εξορία -- exile
εξορίζω -- exile
εξοστρακίζομαι -- skim
εξουσία -- authority
εξουσιάζω -- rule
εξουσιοδοτώ -- empower
εξοχή -- country
εξοχικός -- country
έξοχος -- excellent, splendid
εξυπνάκιας -- smart ass
εξυψώνω -- exalt
έξω -- out
εξωγήινος -- alien, extraterrestrial
εξωθώ -- prostitute
εξωμήτριος κύηση
εξώπορτα -- gate
εξωτερικός -- exoteric
εξωτική -- exotic
εξωτικό -- exotic
εξωτικός -- exotic
εξώφθαλμος -- exophthalmos

επ[edit]

Ε.Π.Α. -- US
επάγγελμα -- practice
επαναστάτης -- insurgent
επαναστατήσει -- rebel
επανεκκίνηση -- reboot
επανεκκινώ -- reboot
επάνοδος
επανορθώνω -- retrieve
επαρχία -- province
επαρχιώτικος -- country
επαφή -- contact, touch
επειδή -- because, for
επέκεινα -- past
επένθημα -- infix
επεξεργαστής κειμένου -- word processor
επιβάτης -- passenger
επιβιώνω -- live
επιδεικνύω -- exhibit
επίδειξη -- demonstration
επιδημία -- epidemic
επιδημία πανούκλας -- Black Death
επιδημικός -- epidemic
επιδόρπιο -- dessert
επιζώ -- live
επίθεση -- attack
επίθεση αυτοκτονίας -- kamikaze
επιθετικός -- adjectival, adjective, aggressive
επιθετικότητα -- aggression
επίθετο -- adjective, surname
επιθήλιο -- epithelium
επιθυμία -- desire
επικάλυμμα -- coat
επίκεντρο -- epicentre
επικίνδυνη -- dangerous
επικίνδυνο -- dangerous
επικίνδυνος -- dangerous
επικοινωνία -- communication, contact
επιληπτικός -- epileptic
επιληψία -- epilepsy
επιλογή -- choice
επιμελητήριο -- chamber
επιμελητής -- monitor
επιμονή -- tenacity
επινόημα -- device
επίπαγος -- crust
επίπεδο -- level, plane
επίπεδος -- plane
έπιπλο -- furniture
επίρρημα -- adverb
επιρροή -- control, power
επίσκοπος -- bishop
επισπεύδω -- expedite
επίστεγο -- poop deck
επιστήμη -- science
επιστολή -- letter
επιστρέφω -- return
επίτευγμα -- feat
επιτηδειότητα -- art
επιτηρητής -- monitor
επιτίθομαι -- attack
επιτραπέζια αντισφαίριση -- table tennis
επιτρέπεται -- may
επιτροπή -- panel
επιτροπολογία -- comitology
επιφύλαξη -- reservation, reserve
επιχειρηματίας -- businessman
επιχειρηματίη -- businesswoman
Επιχειρηματικό σχέδιο -- business plan
επιχείρηση -- operation
επιψευδαργύρωση -- galvanization
επόμενος -- next
επομένως -- therefore
εποπτεύω -- monitor
επόπτης -- monitor
εποχή -- age, epoch, period, season
Εποχή του Λίθου -- Stone Age
Εποχή του Σιδήρου -- Iron Age
Εποχή του χαλκού -- Bronze Age
επτά -- seven
επτά θανάσιμα αμαρτήματα -- seven deadly sins
επτάκις εκατομμύριο -- quadrillion
Επτάνησα -- Ionian Islands
Επτάνησος -- Ionian Islands
επώνυμο -- surname

ερ[edit]

έρανος
ερασιτέχνης -- amateur
εραστής -- lover
έρβιο -- erbium
Εργαλείο -- gadget
εργαλείο -- instrument
εργαλειοθήκη -- toolbox
εργασίες -- plumbing
εργάτης -- hand
εργάτρια -- hand
έργο -- movie
Ερεβάν -- Yerevan
έρεβος -- darkness
εριστικός -- crusty
ερίφιο
ερμηνεύω -- expound
Ερμής -- Mercury
ερμίνα -- ermine
ερπετό -- reptile
ερπετολογία -- herpetology
Ερυθρά θάλασσα -- Red Sea
Ερυθραία -- Eritrea
ερυθρελάτη -- spruce
ερυθρό -- red
ερυθρός -- red
έρχομαι -- come
ερωδιός -- heron
ερωμένη -- lover
έρωτας -- love
ερωτηματικό -- question mark, semicolon
ερωτηματικός -- interrogative
ερωτική επαφή -- sex, sexual intercourse
ερωτική συνομιλία -- sexual intercourse
ερωτικός -- sexual

εσ[edit]

εσάς -- you
εσείς -- you
εσένα
εσθίω -- eat
Εσθονή -- Estonian
Εσθονία
Εσθονία -- Estonia
εσθονικά -- Estonian
εσθονική -- Estonian
εσθονικό -- Estonian
εσθονικός -- Estonian
Εσθονός -- Estonian
εσπέρα -- evening
Εσπεράντο -- Esperanto
Έσποο -- Espoo
ΕΣΣΔ -- USSR
εστία -- fireplace
εστιατόριο -- restaurant
έστω και αν -- though
εσύ -- you
εσχατολογία -- eschatology
εσχατον -- end times
έσω αυτί -- inner ear
έσω ους -- inner ear
εσωτερικός -- esoteric

ετ[edit]

εταιρεία -- firm
εταιρία -- company, corporation
εταχτόχηνα -- goose
ετεροθαλής αδελφός -- half brother
ετεροθαλής θείος -- half-uncle
έτοιμο -- junk food
έτοιμος -- ready
έτος -- year
έτος φωτός -- light year
Ετρούσκοι -- Etruscan
έτσι -- thus
έτσι είναι η ζωή -- such is life
έτσι κι' αλλοιώς -- anyhow, anyway
έτσι κι έτσι -- so-so
ετυμολογία -- etymology

ευ[edit]

Εύα -- Eve
ευαίσθητος -- sensitive
εύγευστη -- delicious
εύγευστο -- delicious
εύγευστος -- delicious
ευέξαπτος -- excitable
ευεξήγητος -- accountable
ευημερία
ευθανασία -- euthanasia
εύθυμος -- gay
ευθύς -- straight
ευκάλυπτος -- eucalyptus
ευκινησία -- agility
ευκλείδεια γεωμετρία -- Euclidean geometry
εύκολο -- easy
εύκολος
εύλογος -- reasonable
ευμεγέθης -- great
ευμετακίνητος -- mobile
ευνή -- bed
εύνοια -- favor
ευνουχίζω -- neuter
ευνουχισμός -- castration
ευνοώ -- favor
ευνυχός -- eunuch
εύπορος -- rich, wealthy
Ευριπίδης -- Euripides
ευρώ -- euro
Ευρωπαϊκη -- EU
Ευρωπαϊκή Ένωση -- European Union
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα -- European Central Bank
Ευρώπη -- Europe
ευρώπιο -- europium
ευσέβεια -- piety
ευσεβής -- godly
ευσταχιανή σάλπιγξ -- Eustachian tube
ευτυχής -- happy
ευτυχία -- happiness
ευτυχισμένος -- happy
ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος -- Happy New Year
ευφημισμός -- euphemism
ευχαριστημένος -- happy
ευχαρίστηση -- please, pleasure
ευχαριστώ -- please, thanks, thank you
ευχαριστώ πολύ -- many thanks
εύχομαι -- wish
ευωδία -- fragrance
ευωδιά -- perfume
ευωδιαστός -- sweet

εφ[edit]

εφαρμογή -- implementation
εφεξής -- henceforth
εφεύρεση -- invention
εφευρετικός -- inventive
εφηβεία -- adolescence
έφηβος -- adolescent, teenager
εφημερίδα -- newspaper
εφημέριος -- priest
εφικτός -- feasible
εφόσον -- as long as
εφτά

εχ[edit]

εχθές
έχθρα -- hatred
εχθροπραξία -- warfare
εχθρός -- enemy, foe
εχθρότητα -- hostility
έχιδνα -- echidna, viper
εχτές -- yesterday
έχω -- have

εψ[edit]

έψιλον -- epsilon

εω[edit]

έως -- till, until
Εωσφόρος -- Lucifer