Index:Greek/κ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

κ[edit]

Κ
κ

κα[edit]

Κα -- Mrs
καβουρδίζω -- roast
καβουρντίζω -- brown
κάγκουρας
καγκουρό -- kangaroo
κάδμιο -- cadmium
Καζακστάν -- Kazakhstan
Καζάν -- Kazan
Καζαχστάν -- Kazakhstan
καημός -- pain
καθαρεύουσα
καθάριος
καθαριότητα
καθαριστήριο -- dry cleaner
καθαριστής
καθαρίστρια -- char
κάθαρμα
καθάρο κέρδος -- net
κάθαρση -- catharsis
κάθε -- each, every
κάθε ένας -- each
κάθειρξη -- prison
καθένας -- any, each
καθεστηκύια τάξη -- establishment
καθεστώς -- establishment, state
καθηγητής -- professor
καθήκον
καθολική -- universal
καθολικό -- universal
καθολικός -- universal
καθρέφτης -- mirror
καθυστερημένος -- slow
καθώς -- as
και -- and
καΐκι -- boat
Καίμπριτζ -- Cambridge
καινούργιος -- new
και οι τοίχοι έχουν αυτιά -- walls have ears
καίριος -- key
Κάιρο -- Cairo
καιρός -- time, weather
καίσιο -- caesium
και τα λοιπά -- etc., etcetera
καίτοι -- although, but, though
ΚΑΚ -- CIS, Commonwealth of Independent States
κακατούα -- galah
κακεντρεχής -- malicious
κακής ποιότητας -- shoddy
κακόβουλος -- malicious
κακομεταχείριση -- abuse
κακός -- bad, evil, mean
κακό σπυρί -- pimple
κακοφημισμός -- cacophemism
κακοφωνία -- cacophony
καλά -- well
Καλά, ευχαριστώ -- I'm fine, thank you
καλάθι -- basket
καλαθοσφαίριση -- basketball
καλάϊ -- tin
καλαμάκι -- drinking straw
καλαμάρι -- squid
καλάμι -- rod
καλαμπόκι -- maize
Καλά Χριστούγεννα -- Merry Christmas, Merry Christmas and a Happy New Year!
Κάλγκαρι -- Calgary
κάλεσμα -- invitation
καλή
καλημέρα
Καλημέρα -- good day
καλημέρα -- good morning
καληνύκτα -- good night
καληνύχτα -- good night
καλή όρεξη -- bon appétit
καλησπέρα -- good afternoon, good evening
καλή χρονιά -- Happy New Year
κάλιον -- potassium
καλιφόρνιο -- californium
καλλιγραφία -- calligraphy
καλλιγράφος -- calligrapher
καλλιεργώ κήπο -- garden
Καλλιόπη -- Calliope
καλό
καλό απόγευμα -- good afternoon
καλό βράδυ -- good evening
καλόγερος -- great tit
καλόγρια -- sister
καλοί σεβασμοί -- best regards
καλοκαίρι -- summer
καλός -- good, nice
καλό ταξίδι -- bon voyage
καλοφτιαγμένος -- quality
καλσιτονίνη -- calcitonin
κάλτσα -- sock
κάλυκας -- shell
κάλυμμα -- jacket
καλύτερος -- better
καλώ -- call
καλωσήρθατε
καμάκι -- harpoon
Καμερούν -- Cameroon
Καμερουνέζα -- Cameroonian
Καμερουνέζος -- Cameroonian
καμήλα -- camel, Camelus dromedarius
καμηλοπάρδαλη -- giraffe
καμιά -- no
καμικάζι -- kamikaze
καμίνι -- furnace
κάμνω -- do
καμουφλάζ -- camouflage
Καμπέρα -- Canberra
καμπινές -- bathroom
Καμπότζη -- Cambodia
Καμπούλ -- Kabul
Καναδάς -- Canada
Καναδέζα -- Canadian
καναδέζικη -- Canadian
καναδέζικο -- Canadian
καναδέζικος -- Canadian
Καναδέζος -- Canadian
Καναδή -- Canadian
καναδική -- Canadian
καναδικό -- Canadian
καναδικός -- Canadian
Καναδός -- Canadian
καναπές -- sofa
καναρινί -- canary
καναρίνι -- canary
κάνει
κάνει κρύο -- cold, hot
κανείς -- no
κάνεις -- please
κανέλα -- cinnamon
κανέλλα -- cinnamon
κανένα -- no
κανένας -- no, nobody
κανθαρίδα -- cockroach
Κανισα -- Nagykanizsa
καννάβεις -- cannabis
κάνναβη -- hemp
κανόνι -- gun
Κάντερμπερι -- Canterbury
κάνω -- be, book, make
κάνω έρωτα -- make love
κάνω πατητή -- duck
Κάνωπος -- Canopus
κάνω πρόταση γάμου -- propose
κάνω σφάλμα -- slip
κάπα -- kappa
Καπάκι, το -- lid
καπέλο -- hat
καπηλειό -- bar
Καπιταλισμός -- capitalism
καπνίζω -- smoke
καπνοδόχος -- chimney, smokestack
καπνός -- smoke, tobacco
κάποιος -- address formally, address informally, someone, something
κάπου -- somewhere
κάππα
κάπρος -- boar
καράβι -- ship
καραγκιόζης -- clown
Καρακάλλα -- Caracalla
Καρακάλλας -- Caracalla
καρακάξα -- magpie
Καράκας -- Caracas
καρατόμηση -- beheading
καρατομώ -- behead
καρβέλι -- loaf
καρβονικό
καρβονικόν
καρβονικό οξύ -- carboxylic acid
καρβονικός -- carboxylic
καρβοξυλικό οξύ -- carboxylic acid
καρβοξυλικός -- carboxylic
καρβουνιάζω -- char
κάρβουνο -- carbon, char
κάργια -- daw, jackdaw
καρδερίνα -- goldfinch
καρδιά -- heart
καρδινάλιος -- cardinal
καρδιολόγή -- cardiologist
καρδιολόγος -- cardiologist
Καρδίτσα -- Karditsa
καρέκλα -- chair
καρκίνος -- cancer
καρμπόν -- carbon
Κάρντιφ -- Cardiff
καρότο -- carrot
καρπός -- fruit, wrist
καρπούζι -- watermelon
καρπουζιά -- watermelon
κάρτα -- postcard
Καρυάτις -- caryatid
καρύδι
καρυδιά
καρφί -- rivet
καρφώνω -- impale
καρχαρίας -- shark
καρωτίδα -- carotid
κασέλα -- chest
Κασμίρ -- Kashmir
κασόνι -- box, chest
Κασπία Θάλασσα -- Caspian Sea
Κασσιόπεια -- Cassiope, Cassiopeia
Κασσιόπη -- Cassiope, Cassiopeia
κασσίτερος -- tin
καστανέρυθρο -- auburn
καστανή -- brunette
καστανιᾱ -- Spanish chestnut
καστανό -- brown
καστανοκίτρινο -- sorrel
καστανοκίτρινος -- sorrel
καστανός -- brown
καστανόφαιο -- dun
κάστορας -- beaver
κάστρο -- castle
καταβοθρα -- sink hole, sinkhole
καταβολισμός -- catabolism
καταβροχθίζω -- wolf
καταγραφή -- minute, record
καταγράφω -- minute, record
καταγωγή -- ancestry
καταδίκη -- conviction
καταδιώκω -- chase
καταδιώξει -- stalk
καταδίωξη -- chase
καταιγίδα -- storm
καταιονητήρας -- shower
καταιονισμός -- shower
κατακουράζω -- overdrive
καταλαβαίνω -- see, understand
Καταλανή -- Catalan
Καταλανικά -- Catalan
Καταλανός -- Catalan
κατάληψη -- occupation
κατάλληλος -- appropriate
κατάλογος -- catalogue, menu
Καταλωνία -- Catalonia
καταμαράν -- catamaran
κατανομή -- distribution
κατανοώ -- see, understand
καταπατήσει -- trespass
καταπέλτης -- catapult
καταπολεμώ -- combat, fight
Κατάρ -- Qatar
κατάρα -- curse
καταργώ -- annul
καταρράκτης -- cataract
κατασκευάζω -- make
κατασκευαστής -- maker
κατασκευή -- construction
κατασκοπεία -- espionage
κατασκοπεύσει -- spy
κατάσκοπος -- mole, spy
κατάσταση -- situation, state
κατάστημα -- shop
καταστρατήγηση -- violation
καταστρεπτικός -- destructive
καταστρεπτικός νόμος -- dumb law
καταστροφή -- catastrophe, destruction, disaster
καταστροφικός -- destructive
κατάχρηση -- abuse, embezzlement
κατεβεί -- dismount
κατειλημμένος -- preoccupied
κατεσβεϊανός -- bullfrog
κατεστημένο -- establishment
κατηγορητικός -- accusatory
κατηγορία -- category
κατηγορούμενος -- accused
κάτι -- something
Κατμαντού -- Kathmandu
κατοικώ -- live
κάτοπτρο -- mirror
κατόρθωμα -- feat
κατορθωτός -- accomplishable
κατουρώ -- urinate
κατοχή -- occupation, possession
κατσαβίδι -- screwdriver
κατσαδιάζω -- harangue
κατσαρίδα -- cockroach
κατσίκα -- goat
κατσικάκι -- kid
κατσίκι
κατσικόδρομος
κάτω -- down
Κάτω Αχαιά -- Kato Achaia
κατώτερος -- inferior
κατώφλι -- threshold
Κάτω Χώρες -- Netherlands
καυλί -- cock, dick
καύση -- combustion
καφάσι -- lattice
καφέ
καφεδάκι
καφεδάκος
καφεδής
καφέ μπαρ
καφενεδάκι
καφενείο -- café
καφενές
καφεόδεντρο
καφές -- coffee
καφετζής
καφετζού
καφετής -- coffee
καφετί -- coffee
καφετιά -- coffee
καφετιέρα
κάψα -- shell
καψικό -- capsicum

κβ[edit]

κβάντωση -- quantization

κε[edit]

κεδρότσιχλα -- fieldfare
Κέηπ Τάουν -- Cape Town
κείτομαι -- lie
κελάηδισμα -- birdsong
κελί -- cell
Κέλτες -- Celts
Κέλτης -- Celt
Κελτικός -- Celtic
κέλυφος -- shell
Κεμπέκ -- Quebec
κενό -- space, vacuum
κενόδοξη -- snobby
κενόδοξο -- snobby
κενόδοξος -- snobby
κενοταφίο -- cenotaph
κεντρική Ευρώπη -- Central Europe
Κεντροαφρικανή -- Central African
Κεντροαφρικανική Δημοκρατία -- Central African Republic
κεντροαφρικανικός -- Central African
Κεντροαφρικανός -- Central African
Κένυα -- Kenya
κεραία -- antenna
κεραμιδόγατος -- tom cat
κεραμικά -- pottery
κεραμική -- ceramic, pottery
κέρας -- horn
κερασί -- cherry
κεράσι -- cherry
κερασιά -- cherry
κέρασος -- cherry
κερατίνη -- horn
κέρατο -- joint
κέρδος -- profit
κερί -- wax
Κέρκυρα -- Corfu
κέρμα
κεφάλαιον -- chapter
κεφαλαιοποίηση -- capitalisation
κεφαλαλγία -- headache
κεφαλάρι -- spring
κεφαλή -- head
κεφάλι -- head
κεφαλο -- head
κεφαλομάντηλο
κέφαλος -- dace
κεφτές
κεχρί -- millet
κεχριμπαρένιο -- amber
κεχριμπάρι -- amber

κη[edit]

κηδεμόνας -- guardian
κηπεύω -- garden
κήπος -- garden
κηπουρός -- gardener
κηρήθρα -- honeycomb
Κηφεύς -- Cepheus
κηφήνας -- parasite

κι[edit]

κίβδηλος -- false
κιβώτιο -- box, chest
κιβώτιον -- case
κιγκλίδα -- lattice
Κίεβο -- Kiev
κιθάρα -- guitar
κιλo- -- kilo
κιλό -- kilo, kilogram
κιμάς -- hamburger
κιμωλία -- chalk, chaulk
Κίνα -- China
κιναισθησία -- kinesthesia
Κίνγκστον -- Kingston
κίνδυνος -- risk
Κινέζα -- Chinese
κινέζικα -- Chinese
κινέζικη -- Chinese
κινέζικο -- Chinese
κινέζικος -- Chinese
Κινέζος -- Chinese
κινηματογραφική μηχανή -- camera
κινηματογράφος -- cinema
κινητικός -- kinetic
κινητό -- mobile, mobile phone
κινητός -- mobile
κινητό τηλέφωνο -- mobile phone
Κινσάσα -- Kinshasa
κινώ -- power
κι όμως -- nevertheless
κιούριο -- curium
Κιργιζία -- Kyrgyzstan
Κιργιζιστάν -- Kyrgyzstan
Κιριμπάτι -- Kiribati
κίρρωσις -- cirrhosis
κίσσα -- jay, magpie
Κίτο -- Quito
κιτρικό οξύ -- citric acid
κίτρινο -- yellow
Κιτρινοκαλιακούδα -- alpine chough
κιτρινορόδινο -- apricot
κίτρινος -- yellow

κλ[edit]

κλαβιέ -- keyboard
κλάξον -- horn
κλαρί -- stick
κλαρινέτο -- clarinet
Κλαύδιος -- Ptolemy
κλειδί -- key
κλειδοκύμβαλο -- piano
κλείδωση -- joint
κλείνω -- book, turn off
Κλεοπάτρα -- Cleopatra
κλήμα -- grapevine
κληρικός -- priest
κληρονομήσει -- inherit
κλήρος -- clergy
κλήση τηλεφωνική , τηλεφώνημα -- call
κλητική -- vocative, vocative case
κλητικός -- vocative
Κλίγκον -- Klingon
κλικ -- click
κλίμακα -- gamut
κλίνη -- bed
κλίνω -- conjugate
κλίση -- batter, conjugation
κλίσις -- declension
κλόουν -- clown
κλοπή ταυτότητας -- identity theft
κ.λπ. -- etcetera
κλωνοποιώ -- clone
κλώνος -- clone

κν[edit]

Κνωσός -- Knossos

κο[edit]

κοβάλτιο -- cobalt
Κόβεντρι -- Coventry
Κόγγο -- Congo
κογιότ -- coyote
Κογκολέζα -- Congolese
κογκολέζικη -- Congolese
κογκολέζικο -- Congolese
κογκολέζικος -- Congolese
Κογκολέζος -- Congolese
κογκρέσο -- congress
Κοζάκικα -- Kazakh
κοζάκικη -- Kazakh
κοζάκικος -- Kazakh
Κοζάκος -- Kazakh
κοιλάδα -- valley
κοίλο -- concave
κοιμητήρι -- cemetery
κοιμητήριο -- cemetery, graveyard
κοινή λογική -- common sense
κοινοπολιτεία -- commonwealth
Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών -- Commonwealth of Independent States
κοινός -- Koine, vulgar
κοινός νους -- common sense
κοινός τόπος
κοινότητα -- congregation
Κοινότητα -- EU
κοίτασμα -- bed
κοίτη -- bed
κοκαΐνη -- cocaine
κόκαλο -- bone
κόκκινο -- red
κοκκινολαίμης -- robin
κόκκινος -- red
κόκορας -- cock, rooster
κοκταϊλ -- cocktail
κόλα -- cola
κόλαση -- Hades, hell
κολαστήριο -- hell
κόλαφος -- slap
κολέγιο -- college
κολεόσπασμος -- vaginismus
κολιμπρί -- hummingbird
κολλώ -- affix
Κολομβία -- Colombia, Columbia
Κολομβιανή -- Colombian
Κολομβιανός -- Colombian
κολοσσός -- colossus
Κολοσσός της Ρόδου -- Colossus of Rhodes
κολπική συνουσία -- vaginal sex
κολπικό σέξ -- vaginal sex
κόλπος -- bay, vagina
κολυμπήθρα -- font
κολώνα
Κολώνα -- column
Κολωνία -- Cologne
κόμμα -- comma
κομμάτι -- bar, piece
κομμουνισμός -- communism
κομμουνιστής -- communist
κομμουνιστικός -- communist
κομμουνίστρια -- communist
Κομόρες -- Comoros
κομπογιαννίτης -- quack
κόμποστ -- compost
Κομπότι -- Kompoti
κομψή -- elegant
κομψό -- elegant
κομψός -- elegant
κομψότητα -- elegance
Κόνγκο -- Congo
κονσερβοποιώ -- can
κονσερτίνα -- concertina
κοντά -- about, nearby
κοντάρι -- pole
κοντάρι σημαίας -- flagpole
κοντινή -- nearby
κοντινό -- nearby
κοντινός -- nearby
κοντός
κοπάδι -- herd, mob
Κοπεγχάγη -- Copenhagen
κόπλο -- illusion
κόπρανα -- faeces
κοπριά -- dung
κοπρίτης -- cur
κόπρος -- cur
κοπρόσκυλο -- cur
κοπρόσκυλον -- louse
κόρακας -- raven
κοράκι -- raven
κορακίσια -- raven
κορακίσιο -- raven
κορακίσιος -- raven
Κορεάτης -- Korean
Κορεατικά -- Korean
κόρη -- daughter-in-law, pupil
κορηγώνιος -- cisco
κοριός -- bug
κορίτσι -- girl
κοριτσίστικη -- girlish
κοριτσίστικο -- girlish
κοριτσίστικος -- girlish
κορμοράνος -- cormorant
κορμός -- torso, trunk
κόρνα -- horn
κόρνο -- horn
κορνφλέικς -- corn flakes
κοροϊδεύω -- scorn, taunt
κοροϊδία -- taunt
κορτάκιας
κορυφή -- crown
κορφή -- crown
κορώνα -- crown
κόσκινο -- sieve
κόσμημα -- jewel, jewelry
κοσμήματα -- jewelry
κοσμήτορας -- provost
κοσμογονία -- cosmogony
κοσμοκράτωρ -- cosmocrat
κοσμολογία -- cosmology
κόσμος -- people, world
Κόσοβο -- Kosovo
Κόστα Ρίκα -- Costa Rica
Κοσταρικανή -- Costa Rican
Κοσταρικανός -- Costa Rican
κοστίζω -- cost
κοστολογώ -- price
κόστος -- cost
κοστούμι -- costume
κότα -- chicken
κοτόπουλο -- chicken
κότσυφας -- blackbird
κοτύλη -- bottle
Κουάλα Λουμπούρ -- Kuala Lumpur
κουάξ -- croak
Κούβα -- Cuba
Κουβανή -- Cuban
κουβανική -- Cuban
κουβανικό -- Cuban
κουβανικός -- Cuban
Κουβανός -- Cuban
κουβάς -- bucket
Κουβέιτ -- Kuwait
κουβέντα -- word
κούγκαρ -- cougar
κουζίνα -- galley, kitchen
κουκίδα -- dot
κούκλα -- doll
κοϋκος -- cuckoo
κουκουβάγια -- little owl, owl
κουκουρίκου -- cock-a-doodle-doo
Κουμαμότο -- Kumamoto
κουμ κουάτ -- kumquat
κουμ-κουάτ -- kumquat
κουμκουάτ -- kumquat
κουμπί -- button
κουνάβι -- ferret
κουνάω -- swing
κουνέλι -- rabbit
κούνια -- cradle, swing
κουνιάδος -- brother-in-law
κουνιέμαι -- swing
κουνουπίδι -- cauliflower
κουνώ -- swing
Κουόπιο -- Kuopio
κούπα -- cup, heart
κουπί -- oar, paddle
κουράγιο -- courage
κουρδικά -- Kurdish
κουρδικός -- Kurdish
Κουρδιστάν -- Kurdistan
κούρεμα -- haircut
κουρκούτι -- batter
κουρούνα -- crow
κουτάβι -- puppy
κουτάλα -- ladle
κουταλάκι του γλυκού -- teaspoon
κουτάλι -- spoon
κουτάλι σούπας -- tablespoon
κουτεντές -- galah
κουτί -- box
κόχγη -- angle
κοχλιάριο -- spoon
κοχύλι -- shell
κόψη -- edge

κρ[edit]

κραγιόν -- lipstick
κραγιόνι -- crayon
κράμα -- alloy
κραματοποιώ -- alloy
κράμβη -- turnip
κρανίο -- skull
κράνος -- helmet
κρασί -- wine
κράτηση -- book, booking
κράτος -- power, realm, state
κρατούμενος -- prisoner
κραυγάζω -- yell
κρέας -- meat
κρεατομάχαιρο -- carving knife
κρεατοφάγος -- carnivore
κρεβάτι -- bed
κρεβατοκάμαρα -- chamber
κρεββατοκάμαρα -- bedroom
κρεμάμενος -- hanging
κρέμασμα -- hanging
κρεμαστά -- hanging
κρεμαστός -- hanging
κρεμμύδι -- onion
κρήνη -- fount
Κρήτη -- Crete
κρήτηρ -- crater
κρητίδα -- chalk, chaulk
κριθάρι -- barley
κρίκετ -- cricket
κρικετόμυς -- hamster
κρικητός -- hamster
κρίμα -- sin
κριματίζω -- sin
κριματισμένος -- sinner
κρίση -- crisis, mind
κριτήριο -- criterion
κριτής -- judge
κριτικός -- critic
κροάζω -- croak
Κροατία -- Croatia
Κροατικά -- Croatian
κροκόδειλος -- crocodile
Κρόκος -- crocus
κρυμμένος -- hidden
κρύος -- cold
κρυπτό -- krypton
κρύσταλλο -- crystal
κρύσταλλος -- crystal
κρυφός -- clandestine, hidden, secret

κᾱ[edit]

κᾱστανο -- Spanish chestnut

κτ[edit]

κτήμα -- possession, property
κτήνος -- animal, beast
κτηνώδης -- animal
κτήση -- possession
κτητική -- possessive, possessive case
κτητικός -- possessive
Κτίριο ή Χτίριο -- building
Κτίσιμο ή χτίσιμο -- building
κτλ -- etc.

κυ[edit]

κύαθος -- cup
κυανό -- blue, cyan
κυβέρνηση -- government
κυβερνήτης -- governor
κυβερνητική -- cybernetic
κυβερνώ -- rule
κυβικός -- cubic
κυβισμός -- cubism
κύβοι -- die
κύβος -- cube, die
κυκλικός -- circular
κύκλος -- circle, cycle
κυκλώνας -- hurricane
κυκνίσκος -- cygnet
κύκνος -- swan
κύμα -- wave
κυματοθραύστης -- breakwater
κύμβαλο -- cymbal
κυνήγι -- hunt
κυνηγόσκυλο -- hound
κυνηγώ -- chase
Κυνόσουρα -- Polaris
Κυότο -- Kyoto
κυπαρίσσι -- cypress
κύπελλο -- cup
Κύπρια -- Cypriot
κυπριακή -- Cypriot
κυπριακό -- Cypriot
κυπριακός -- Cypriot
κυπρίνος -- carp
Κύπριος -- Cypriot
Κύπρος -- Cyprus
κυρία -- lady
Κυριακή -- Sunday
κύρια Σελίδα
κυριλλιακόν -- Cyrillic
Κύριλλος -- Cyril
κύριος -- lord, prime
κυριότητα -- title
κυρτό -- convex
κυρτώνω -- arch
κύρωση -- penalty
κύστη -- cyst
κυστικός -- cystic
κύτταρο -- cell

κω[edit]

κωβιός -- goby
κώδικας -- language
κωλομέρι -- cheek
κώλος -- ass, buttock
κωλοτρυπίδα -- asshole
κωλόχαρτο -- toilet paper
κώμα -- coma
κώμη -- town
κωμικός -- comic
κωμόπολη -- town
κωμωδία κατάστασης -- situation comedy
κωνάριον -- pineal gland
Κωνσταντίνος -- Constantine
Κωνσταντινούπολις -- Istanbul