Index:Greek/μ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

μ[edit]

Μ
μ

μα[edit]

μα -- but
μαβί -- mauve, purple
μαγγάνιο -- manganese
μαγειρείο -- kitchen
μαγειρευμένος -- cooked
μαγιά -- yeast
μαγικός -- magic
μαγιό -- swimsuit
Μαγιόρκα -- Majorca
Μαγιότ -- Mayotte
Μαγνησιακός -- Magnesian
μαγνήσιο -- magnesium
μαγνήτης -- magnet
μαγνητική -- magnetic
μαγνητικό -- magnetic
μαγνητικός -- magnetic
μαγνητισμός -- magnetism
μάγουλο -- cheek
Μαγυάρος -- Hungarian
Μαδαγασκάρη -- Madagascar
Μαδρίτη -- Madrid
μάζες -- people
μαζί -- with
Μάης -- May
μάθημα -- lesson
μαθηματικά -- mathematics
Μαθηματική Οικονομική -- mathematical economics
μαθητής -- pupil
μαθήτρια -- pupil
μαία -- midwife
μαιευτικός θάνατος -- maternal death
μαϊντανός -- parsley
Μάιος -- May
μακαρόνια -- spaghetti
Μακεδόνας -- Macedonian
Μακεδονία -- Macedonia
μακριά -- far
μακρινή ξαδέλφη -- cousin
μακρινός ξάδελφος -- cousin
Μακροοικονομία -- macroeconomics
Μάλαγα -- Malaga
Μαλαγιαλαμικά -- Malayalam
Μαλαϊκά -- Malay
Μαλαισία -- Malaysia
μαλάκας -- asshole, wanker
μαλακίες -- bullshit
μάλαμα -- gold
Μαλάουι -- Malawi
μαλαχίτης -- malachite
Μαλδίβες -- Maldives
Μαλί -- Mali
Μάλι -- Mali
μαλλιά -- hair
μάλλον -- may
Μάλτα -- Malta
μαλτέζικα -- Maltese
Μαλτέζος -- Maltese
μαμά -- mom
μαμή -- midwife
μάμμη -- grandmother
μάνα -- mother
Μανασσας -- Manassas
μανδαρίνος -- mandarin
Μανίλα -- Manila
μάννα -- manna
μανταρίνι -- mandarin, mandarin orange
μανταρινιά -- mandarin orange
μαντήλι
Μάντουα -- Mantua
Μάντουκας -- Mantoykas
Μάντσεστερ -- Manchester
μαξιλάρι -- pillow
μαξιλάρι ποντικιών -- mouse pad
μαούνα -- barge
μαραγκός -- carpenter
Μαραθικά -- Marathi
μαραθώνιος -- marathon
μαραίνομαι -- atrophy
Μαραφέτι -- gadget
Μαρία -- Mary, Miriam
μαριονέτα -- puppet
μαριχουάνα -- marijuana
μάρκα -- make
μάρκετιγγ -- marketing
μάρκετιγκ -- marketing
μάρκετινγκ -- marketing
μαρμελάδα -- jam
Μαρόκο -- Morocco
μαρούλι -- lettuce
Μαρς -- Mars
Μάρτης -- March
Μαρτινίκα -- Martinique
Μάρτιος -- March
μάρτυρας -- martyr
Μάρτυρες του Ιεχωβά -- Jehovah's Witnesses
μαρτύριο -- martyrdom
Μασκάτ -- Muscat
μαστíχa -- mastic
μαστίγιο -- whip
μαστίχα
μαστιχιά -- mastic
μαστιχόδεντρο
μάστορας -- dab
μαστός
μαστουρωμένος -- high
μασχάλη -- armpit
μασώ -- masticate
μάταιος
ματάκι -- eye
μάτι -- eye
ματογυάλια -- spectacles
ματς -- match
ματσωμένος -- loaded
ματώνω -- blood
μαύρη μαγεία -- black art
μαύρη πανώλη -- Black Death
μαύρη τρύπα -- black hole
μαύρη χήρα -- black widow
μαυρίζω -- brown
Μαυρίκιος -- Mauritius
Μαυριτανία -- Mauritania
μαύρο -- black
μαυρομαμούνα -- cockroach
μαύρος -- black
μαυροτσικλιτάρα -- black woodpecker
μαχαίρι -- knife
μαχαιροπήρουνα -- cutlery
μαχαιρώνω -- knife
μάχη -- battle

με[edit]

με -- amount, me, phrase book, to, with
μεγα- -- mega-
μεγάλη -- big
Μεγάλη Παρασκευή -- Good Friday
μεγάλο -- big
μεγαλομανία -- megalomania
Μεγαλόπολη -- Megalopoli
μεγαλοπρεπής -- splendid
μεγάλος -- big, great, large
μεγαλοφυία -- mind
μέγαρο -- hall
Μέγας Αλέξανδρος -- Alexander the Great
Μέγας Δούκας -- duke
μεγεθυντική ικανότητα -- power
μεδούλι -- marrow
μέδουσα -- jellyfish
με εξαίρεση -- but
μεζεδάκι -- sandwich
μεθαύριο -- day after tomorrow
μεθοδική -- methodical
μεθοδικό -- methodical
μεθοδικός -- methodical
μεθοδολογία -- methodology
μέθοδος -- method
μειλίχιος -- sweet
μείον -- minus
μειώνομαι -- decrease
μειώνω -- decrease
μελαγχολία -- melancholy
μελαγχολικός -- melancholic
μέλαν -- black
Μελανησία -- Melanesia
μελανίνη -- melanin
μελανό -- black
μελανώμα -- melanoma
μελαχροινή -- brunette
Μελβούρνη -- Melbourne
μελετáω -- practice
μέλι
μελί -- honey
μέλι -- honey
μελικηρίς -- honeycomb
μέλισσα -- bee
Μελίσσα -- lemon balm
μελισσοκόμικος -- honeycomb
Μελισσόχορτο -- lemon balm
μελιτζάνα -- aubergine
μελιτζανί -- aubergine
μελιτόκηρον -- honeycomb
μέλλον -- future
μέλλοντας -- future
μελλοντικός -- future
μέλλων -- future
μελόπηττα -- honeycomb
μέλος -- member
μελόχρουν -- honey
μελωδία -- melody
μένα
μενεξεδί -- purple, violet
μενού -- menu
μεντελέβιο -- mendelevium
μεντεσές -- hinge
μένω -- live
Μεξικό -- Mexico
μέρα -- day
μερικοί -- few
μέρισμα -- dividend
μεριστικός -- partitive case
μέσα -- in
μεσαία -- median
μεσαίο -- median
μεσαίος -- median
μέση -- mean, middle
μεσημεριανό -- lunch
μέσο -- mean
Μεσόγειος -- Mediterranean
Μεσόγειος Θάλασσα -- Mediterranean Sea
μέσος -- mean
μέσος όρος -- average, mean
μεσοφόρι -- slip
μεσώροφος -- mezzanine
μετά -- after
μεταβολισμός -- metabolism
Μεταγραφή -- transliterating
μεταγραφή -- transliteration
μεταδοτική ασθένεια -- contagion
μεταδοτικός -- contagious
μεταλλείο -- mine
μετάλλευμα -- ore
μεταλλικό νερό -- water
μεταλλουργία -- metallurgy
μεταμέλεια -- repentance
μετανιώνω -- regret
μετάνοια -- repentance
μετάξι -- silk
μεταστροφή -- swing
μετασχηματισμός -- transformation
μετασχηματιστής -- transformer
μετατρέπομαι -- modify
μετατρέπω -- modify
μετατρέψιμο μάρκο -- convertible mark
μεταφορά -- device, transfer, transference
μεταφορτώνω -- download
μεταφράζω -- translate
μεταφράσεις -- translations
μετάφραση -- translation
Μετάφραση των Εβδομήκοντα -- Septuagint
μεταχειρισμένος -- used
μετέωρο -- meteor
μέτοικος -- metic
μετοχή -- participle
μετοχή του ενεστώτα -- present participle
μετρητά -- cash
μέτριος -- mediocre
μέτρο -- meter, metre
μετρό -- subway
Μετωνικός κύκλος -- metonic cycle
μέτωπο -- forehead
με φιλικούς χαιρετισμούς -- best regards
μέχρι -- till, until

μη[edit]

μη -- non-, not
μηδέν -- zero
μηδενίζω -- zero
μηδενισμός -- nihilism
μηδενιστής -- nihilist
μηδενιστικός -- nihilistic
μη εμπορική μετάφραση -- fan translation
μηλιά -- apple, apple tree
μήλο -- apple
μήλο του Αδάμ -- Adam's apple
μήνας -- month
μήν του μέλιτος -- honeymoon
μηρός -- thigh
μηρυκαστικό -- ruminant
μητέρα -- mother
μήτρα -- uterus
μητρική -- maternal, uterine
μητρικό -- maternal, uterine
μητρικός -- maternal, uterine
μηχανή -- machine, motor, motorcycle
Μηχανική -- mechanics
μηχανισμός -- device, machine
μηχανοδηγός -- driver

μι[edit]

μι -- mu
μια
Μία
μία
μια -- once
μιαν
μίαν
μιάου -- meow
μιαούρισμα -- meow
μιας
μια φορά και έναν καιρό -- once upon a time
μιγαδικός -- complex
μιγάς -- mulatto
μικρά
μικρέ
μικρές
μικρή -- small
μικρής
μικρό
μικρο- -- micro-
μικρό -- small
μικρόβιο -- germ, microbe
μικροεπεξεργαστής -- microprocessor
μικροί
Μικρονησία -- Micronesia
μικρόνους -- idiot
μικροποσότητα -- dab
μικρός -- little, small
μικροσκοπικός -- minute
μικρότητα -- exiguity
μικρού
μικρούς
μικρών
Μιλάνο -- Milan
μιλάω -- address formally, address informally
Μιλτιάδης -- miltiades
μιλώ -- address formally, address informally, talk
μιμούμε -- copy
Μιννεάπολη -- Minneapolis
Μινόρκα -- Minorca
Μίνσκ -- Minsk
Μινωικός -- Minoan
Μινώταυρος -- minotaur
μισθός -- salary
μισός
μίσος -- hate, hatred
μίσχος -- stalk, stem
μιτοχόνδριο -- mitochondrion
Μιχαήλ -- Michael
Μιχάλης -- Michael

μμ[edit]

μ.μ. -- p.m.

μν[edit]

μνήμη -- mind
μνημονικό -- mind

μο[edit]

Μογγόλα -- Mongolian
Μογγολία -- Mongolia
Μογγολικά -- Mongolian
Μογγολική -- Mongolian
μογγολική -- Mongolian
μογγολικό -- Mongolian
Μογγολικός -- Mongolian
μογγολικός -- Mongolian
Μόγγολος -- Mongolian
Μοζαμβίκη -- Mozambique
μοίρα -- degree, fate, minute
μοιράζομαι -- partake
μολαταύτα -- although, but, nevertheless
Μολδαβία -- Moldova
μόλις -- just, once
μολονότι -- although, but, though
μολοντούτο -- nevertheless
μολυβδένιο -- molybdenum
μόλυβδος -- lead, lead/experiment, lead/experiment2
μολύβι -- pencil
μονάδα -- minute
μοναδική -- only
μοναδικό -- only
μοναδικός -- only, unique
Μονακό -- Monaco
μοναξιά -- loneliness, solitude
μοναστήρι -- abbey, cloister, monastery
μοναστικός -- monastic
μοναχικός -- isolated, monastic
Μόναχο -- Munich
μόνη -- only
μονιμότητα -- tenure
μόνο -- just, only
μονοθεϊσμός -- monotheism
μονομαχία -- duel
μονοξείδιο άνθρακα -- carbon monoxide
μονοπόλιο -- monopoly
μόνος -- only
μονοτονικός -- monotonic
Μονπελλιέ -- Montpellier
Μοντεβιδέο -- Montevideo
Μόντρεαλ -- Montreal
Μοριακή Γενετική -- molecular genetics
μόριο -- molecule, particle
μόρνα -- morna
μόρφημα -- morpheme
μορφολογία -- morphology
Μόσχα -- Moscow
μοσχαράκι -- veal
μοσχάρι -- veal
Μοσχοβίτης -- Muscovite
Μοσχοβίτισσα -- Muscovite
μοσχογαλή η κιβέττη -- civet
μοσχοκάρυδο -- mace
μοσχοπόντικας -- muskrat
μόσχος -- civet
μου -- like, me, please
μουδιάστρα -- electric eel, ray
μουεζίνης -- muezzin
μουλάρι -- donkey
μουνάκι -- cunt
μουνί -- cunt, pussy, shit
μούρη -- nose
μουριά -- blackberry, mulberry
μουρμουρίσει
μουρμούρισμα
μούρο -- blackberry, mulberry
μουσακάς -- moussaka
Μούσες -- Muse
μουσική -- music
μουσική διακόσμηση -- ornament
μουσικό -- musical instrument
μούσμουλα
μουσμουλιά -- loquat
μούσμουλο -- loquat
μουσούδι -- nose
μουσουλμανικός -- Muslim
Μουσουλμάνος -- Muslim
μουφλόν -- mouflon
μουφτής -- mufti
μοχθηρή -- fiendish
μοχθηρό -- fiendish
μοχθηρός -- fiendish, malicious

μπ[edit]

Μπαγγλαντές -- Bangladesh
Μπαγγόκ -- Bangkok
Μπαγκόκ -- Bangkok
Μπάθ -- Bath
μπαίνω -- enter
μπακαλιάρος -- cod
μπακίρι -- copper
μπακλαβά -- baklava
μπακλαβάς -- baklava
Μπακού -- Baku
μπάλα -- ball
μπαλαντέρ -- joker
μπάλες -- balls
μπαλτάς -- cleaver
μπάμια -- okra
μπαμπού -- bamboo
μπανάνα -- banana
μπανανία -- banana republic
Μπανγκόκ -- Bangkok
μπανιάρισμα -- bath
μπανιέρα -- bath
μπάνιο -- bath, bathroom
Μπανκόκ -- Bangkok
Μπάντεν -- Baden
μπαούλο -- chest
μπαρ -- bar
μπαράκι -- bar
μπαρακούντα -- barracuda
μπάσα -- bass
μπασκέτα -- basket
μπάσο -- bass
μπάσος -- bass
μπάστακα -- bastard
μπάσταρδος -- bastard
μπασταρδόσκυλο -- cur
μπαστούνι -- spade, stick
μπαστουνιά
μπαστουνιάς
μπάτσος -- bull, copper
μπάφος -- joint
Μπαχάμες -- Bahamas
Μπαχρέιν -- Bahrain
μπε -- baa
μπέικον -- bacon
μπεϊμπισίτερ -- babysitter
μπέισμπολ -- baseball
μπεκρουλιάζω -- drink
μπελάς -- pain, trial
Μπελίζ -- Belize
Μπελίζε -- Belize
Μπέλφαστ -- Belfast
μπέμπι−σίτερ -- babysitter
Μπενίν -- Benin
μπερδεμένος -- tricky
μπερκέλιο -- berkelium
Μπέρμινγχαμ -- Birmingham
μπετόν -- concrete
μπήρα
μπιζέλι -- pea
μπιλιάρδο -- billiards
Μπιλμπάο -- Bilbao
μπιμπερό -- bottle
μπίρα -- beer
Μπισάου -- Bissau
μπισκότο -- cookie, rusk
Μπλάκπουλ -- Blackpool
μπλε -- blue
μπλέ -- blue
μπλε οθόνη του θανάτου -- blue screen of death
Μπογκοτά -- Bogota
Μπόλτον -- Bolton
μποξ -- boxing
μποξέρ -- boxer
μπόξερ -- boxer
μπορδέλο -- brothel
μπορώ -- can, may
μπορώ να -- able
μποτίλια -- bottle
μποτιλιάρισμα -- jam
Μποτσουάνα -- Botswana
μπου -- boo
Μπουένος Άιρες -- Buenos Aires
μπουκάλα -- bottle
μπουκάλι -- bottle
μπουλντόγκ -- bulldog
Μπουρκίνα Φάσο -- Burkina Faso
Μπούρμα -- Burma
Μπουρούντι -- Burundi
Μπουτάν -- Bhutan
μπούφος -- eagle owl
Μπραζίλια -- Brasilia
Μπράιτον -- Brighton
Μπράντφορντ -- Bradford
μπρατσάκια -- armband
μπράτσο -- arm
μπρίκι -- coffee pot
Μπρίστολ -- Bristol
Μπρουνέι -- Brunei
μπρούντζινο -- bronze
μπρούντζος -- bronze
μπύρα
μπυροκοίλι -- beer belly
μπυροπότηρο -- beer

μυ[edit]

μυαλό -- brain, head, mind
Μυανμάρ -- Burma, Myanmar
μύγα -- fly
μύδι -- mussel
μυθιστόρημα -- novel
μυθιστοριογράφος -- novelist
μυθολογία -- mythology
μύθος
Μυκήναι -- Mycenae
Μυκηναικός -- Mycenaean
μύκης -- mushroom
Μύκονος -- Mykonos
μύλος -- mill
μυοκάρδιο -- cardiac muscle
μυρμήγκι
μυρμηγκοφωλιά -- anthill
μυς -- mouse, muscle
μυστήριος -- mysterious
μυστική αστυνομία -- secret police
μυστικό -- secret
μυστικός -- clandestine, hidden, secret
μυστικότητα -- secrecy
μύτη -- nose
Μυτιλήνη -- Mytilene

μω[edit]

μωβ -- mauve, purple
μώλος -- pier
μωρό -- baby
μωρό μου -- baby
μωρός -- baby, moron
Μωυσής -- Moses