Index:Greek/ξ

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

A Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

ξ[edit]

Ξ
ξ

ξα[edit]

ξαδέλφη -- cousin
ξάδελφος -- cousin
ξανά -- again
ξανθοκόκκινο -- ginger
ξάφνιασμα -- surprise
ξαφνικά -- suddenly
ξαφνική -- sudden
ξαφνικό -- sudden
ξαφνικός -- sudden

ξε[edit]

ξέγνοιαστος -- carefree
ξεκίνημα -- start
ξένη -- alien
ξένο -- xenon
ξενοδοχείο -- hotel
ξένος -- alien, foreign
Ξενοφάνης -- Xenophanes
ξενώνας -- hostel
(ξε)πετάγομαι -- spring
ξεπροβάλλω -- spring
ξέρα -- reef
ξέρη -- reef
Ξέρξης -- Xerxes
ξερός πάγος -- carbon
ξέρω -- know
ξεσκονίζω -- dust
ξέφρενα -- abandon
ξεφτέρι -- sparrow hawk
ξεφυτρώνω -- spring
ξεχωριστός -- notable

ξη[edit]

ξημέρωμα -- dawn
ξηρά -- land

ξι[edit]

ξι
ξινός -- acid
ξιφίας -- swordfish
ξιφομάχος -- sword
ξίφος -- sword
ξιφοφόρος -- sword

ξυ[edit]

ξύδι -- vinegar
ξυλάνθρακας -- carbon
ξυλεία -- wood
ξύλινος
ξύλο -- wood
ξυλοκάρβουνο -- carbon
ξυλουργός -- carpenter
ξυλόφωνο -- xylophone
ξυνό -- vinegar
ξυράφι -- razor
ξυριστική λεπίδα -- razor blade

ξω[edit]

ξωτικά -- elf