μηχανή αναζήτησης

From Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek

[edit]

Etymology

[edit]

μηχανή (michaní, engine) +‎ αναζήτηση (anazítisi, search)

Noun

[edit]

μηχανή αναζήτησης (michaní anazítisisf (plural μηχανές αναζήτησης)

  1. search engine

Further reading

[edit]