αστυνομικές ταυτότητες

From Wiktionary, the free dictionary
Jump to navigation Jump to search

Greek

[edit]

Noun

[edit]

αστυνομικές ταυτότητες (astynomikés taftótitesf

  1. Plural form of αστυνομική ταυτότητα (astynomikí taftótita).