Ανατολικός Ορθόδοξος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

Ανατολικός Ορθόδοξος (Anatolikós Orthódoxosm,  feminine: Ανατολική Ορθόδοξη (Anatolikí Orthódoxi), neuter: Ανατολικό Ορθόδοξο (Anatolikó Orthódoxo)

  1. (Christianity) Eastern Orthodox