αγνωστικίστρια

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αγνωστικίστρια (agnostikístriaf (plural αγνωστικίστριες, masculine αγνωστικιστής or αγνωστικός)

  1. agnostic

Declension[edit]

Related terms[edit]

see: αγνωστικός m (agnostikós, agnostic)