αποσκευή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αποσκευή (aposkevíf (plural αποσκευές)

  1. (usually plural) luggage (UK), baggage (US)
    υπέρβαρες αποσκευές
    excess baggage
    Είναι ελαστικές στο μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος των αποσκευών.
    They are flexible about the maximum weight of luggage.

Declension[edit]