βορειοανατολικά

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

βορειοανατολικά (voreioanatolikán pl

  1. northeast

Declension[edit]

See also[edit]

Adjective[edit]

βορειοανατολικά (voreioanatoliká)

  1. Nominative neuter plural form of  βορειοανατολικός (voreioanatolikós).
  2. Accusative neuter plural form of  βορειοανατολικός (voreioanatolikós).
  3. Vocative neuter plural form of  βορειοανατολικός (voreioanatolikós).

Adverb[edit]

βορειοανατολικά (voreioanatoliká)

  1. northeast
    Βορειοανατολικά της Αθήνας θα βρείτε την Πεντέλη.
    Northeast of Athens you will find Penteli.

Synonyms[edit]