βροχή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Koine Greek βροχή (brokhḗ, rain).

Pronunciation[edit]

  • IPA(key): [vɾoˈçi]
  • Hyphenation: βρο‧χή

Noun[edit]

βροχή (vrochíf (plural βροχές)

  1. rain, shower
    Το χώμα ρουφούσε διψασμένο τις πρώτες σταγόνες της φθινοπωρινής βροχής.
    The thirsty earth drank in the first drops of the autumn rain.
    η περίοδος των βροχών   (the rains, the rainy season)
    βροχή από πέτρες   (a rain of stones)
    βροχή μετεωριτών   (meteor shower)

Declension[edit]

Derived terms[edit]