διαμαρτυρία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

διαμαρτυρία (diamartyríaf (plural διαμαρτυρίες)

  1. protest (formal objection)
    πορεία διαμαρτυρίας
    protest march

Declension[edit]