δύναμη

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Pronunciation[edit]

Noun[edit]

δύναμη (dýnamif (plural δυνάμεις)

  1. power, force, strength
  2. (military) force
    δύναμη καταδρομών (commando force)
  3. (physics) force
    Η ισχύς ισούται με το γινόμενο της ταχύτητας του επί τη δύναμη. (Power equals the velocity multiplied by the force.)

Declension[edit]

Related terms[edit]

See also[edit]