ηλεκτρονικός υπολογιστής

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

ηλεκτρονικός (ilektronikós, electronic) + υπολογιστής (ypologistís, calculator)

Noun[edit]

ηλεκτρονικός υπολογιστής (ilektronikós ypologistísm (plural ηλεκτρονικοί υπολογιστές)

  1. computer

Synonyms[edit]

Related terms[edit]

see: κομπιούτερ n (kompioúter, computer)

Derived terms[edit]

External links[edit]