καλλιτεχνικά

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

καλλιτεχνικά (kallitechniká)

  1. Nominative neuter plural form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).
  2. Accusative neuter plural form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).
  3. Vocative neuter plural form of  καλλιτεχνικός (kallitechnikós).