καλλιτεχνικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

καλλιτεχνικός (kallitechnikósm,  feminine: καλλιτεχνική (kallitechnikí), neuter: καλλιτεχνικό (kallitechnikó)

  1. artistic
    καλλιτεχνικός διεθυντής (artistic director)

Declension[edit]