κατονομάζω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

κατονομάζω (katonomázo)    simple past:  κατονόμασα (katonómasa)

  1. name, identify, mention
    Θέλουμε να κατονομάσεις τον πραγματικό ένοχο.
    We wish to name the real culprit.