οποίος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search
See also: όποιος

Greek[edit]

Pronoun[edit]

οποίος (opoíos)  (relative pronoun)

  1. who, which, that
    το βιβλίο το οποίο έχετε διαβάσει
    the book which you have read
    άτομα τα οποία μισούν τη βία
    people who hate violence

Related terms[edit]

  • (compare with) όποιος (ópoios, whoever, whichever)

Declension[edit]