προαγωγός
Definition from Wiktionary, the free dictionary
Contents |
Greek [edit]
Noun [edit]
προαγωγός (proagogόs) m, plural προαγωγοί
Declension [edit]
declension of προαγωγός
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | προαγωγός | προαγωγοί |
| genitive (γενική) | προαγωγού | προαγωγών |
| accusative (αιτιατική) | προαγωγό | προαγωγούς |
| vocative (κλητική) | προαγωγέ | προαγωγοί |