προκύπτω

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Verb[edit]

προκύπτω (prokýpto)    simple past:  προέκυψα (proékypsa)

  1. emerge, arise, result
    από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι το καινούριο
    the investigation has revealed nothing new