στην

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Contraction[edit]

στην (stin)

  1. Contraction of σε την (se tin, to the).
    Μας πήρε στην τράπεζα. (We took it to the bank.)
    Κοιμόμασταν στην Κόρινθο. (We slept in Corinth.)
    Το ξενοδοχείο στην Κόρινθο. (The hotel at Corinth.)

Related terms[edit]