στο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Contraction[edit]

στο (sto)

  1. Contraction of σε το (se to, to the).
    Πήγα στο δάσος. (I went to the forest.)
    Ήμουν στο δάσος. (I was in the forest.)
    Το ξενοδοχείο στο δάσος. (The hotel at the forest.)

Related terms[edit]