συντελεστής

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

συντελεστής (syntelestísm (plural συντελεστές)

  1. (mathematics, physics) coefficient
    ο συντελεστής γραμμικής θερμικής διαστολής
    the coefficient of linear thermal expansion
  2. rate
    Η μεταφορά συντελεστού θεσπίσθηκε …
    The transfer rate was established …

Declension[edit]