Jump to content
Main menu
Main menu
move to sidebar
hide
Navigation
Main page
Community portal
Requested entries
Recent changes
Random entry
Help
Glossary
Contact us
Special pages
Search
Search
Appearance
Donations
Create account
Log in
Personal tools
Donations
Create account
Log in
Contents
move to sidebar
hide
Beginning
1
Greek
Toggle Greek subsection
1.1
Prefix
1.1.1
Derived terms
Toggle the table of contents
ά-
3 languages
Ελληνικά
日本語
Türkçe
Entry
Discussion
English
Read
Edit
View history
Tools
Tools
move to sidebar
hide
Actions
Read
Edit
View history
General
What links here
Related changes
Upload file
Permanent link
Page information
Cite this page
Get shortened URL
Print/export
Create a book
Download as PDF
Printable version
In other projects
Appearance
move to sidebar
hide
From Wiktionary, the free dictionary
Greek
[
edit
]
Prefix
[
edit
]
ά-
•
(
á-
)
alternative form of
α-
(
a-
)
Derived terms
[
edit
]
Greek terms prefixed with ά-
άσημος
άβαλτος
άβαφος
άβραστος
άγαρμπος
άγλυκος
άδενδρος
άδεντρος
άηχος
άκακος
άκαμπτος
άκαρδος
άκαρπος
άκαυλος
άκεφος
άκοπος
άκοσμος
άμετρος
άμυαλος
άνους
άπονος
άσφαιρος
άχαρος
άχρηστος
άψυχος
Greek terms prefixed with α-
ανάβαθος
άνανδρος
απετάλωτος
ασυζητητί
αβαθής
αβάρετος
αβάσιμος
άβιος
άβλαβος
αβολιδοσκόπητος
άβουλος
αβούλωτος
αγέλαστος
αγέμιστος
αγένειος
αγνώμων
αγουστιά
αγράμματος
αδασμολόγητος
αδέξιος
αδιάρρηκτος
αδιαφοροποίητος
αδιάφορος
αδιερεύνητος
άδοξος
αδύνατος
αξέταστος
αθέριστος
άθερμος
αθόρυβος
αθυρόστομος
ακαλαισθησία
ακαρδία
ακατάδεκτος
ακατάδεχτος
ακατάσβεστος
ακατοίκητος
ακερδής
ακρατικός
ακρεοφαγία
αλησμόνητος
αμάζευτος
αμάνικος
αμεμψίμοιρος
αμέριστος
αμερόληπτος
αμέτρητος
αμνησία
αμόλυβδος
αμορφωσιά
αξέχαστος
απαράδεκτος
απαράσκευος
απένταρος
απέταλος
απίστευτος
άπνοος
απονιά
απρόσβατος
απρόσωπος
άπταιστος
ασαφής
ασθένεια
άστρωτος
ασυγχώρητος
ασύλληπτος
ασυμμετρία
ασυνείδητος
ασυνεπής
ασυνίζητος
άσχημος
ατάλαντος
αταξίδευτος
ατέλειωτος
ατελείωτος
ατίναχτος
άτολμος
ατονία
άτονος
ατροφία
άτυπος
ατύχημα
ατυχία
ανυπαίτιος
αφάνταστος
αφερέγγυος
άφθαρτος
αφιλοκερδής
άφοβος
αφορολόγητος
αχειραφέτητος
αχώνευτος
Greek terms prefixed with αν- (from α- privative)
αναιμία
αναιρώ
αναίσθητος
αναιτιολόγητος
αναίτιος
ανακριβής
ανάλατος
αναμφίβολος
ανυπέρβλητος
αναξιοποίητος
αναξιοπρέπεια
αναξιοπρεπής
αναπόδεικτος
αναπόσβεστος
αναποτελεσματικός
αναπότρεπτος
αναποφάσιστος
αναπόφευκτος
αναρμόδιος
αναρμοδιότητα
αναρχία
αναφαίρετος
ανέγγυος
ανεγγύητος
ανειδοποίητος
ανεικονικός
ανεκκαθάριστος
ανεκλάλητος
ανεκτίμητος
ανεμβολίαστος
ανέντιμος
ανεξαργύρωτος
ανεξάρτητος
ανεξερεύνητος
ανεξέταστος
ανέξοδος
ανεπάρκεια
ανεπαρκής
ανεπαρκώς
ανεπιβεβαίωτος
ανεπίγραφος
ανεπιθύμητος
ανερέθιστος
ανερεύνητος
ανισομερής
ανοίκειος
ανοικτίρμων
ανολοκλήρωτος
άνομβρος
ανορθογραφία
ανορθογραφώ
ανορθόδοξος
ανυπόμονος
ανώριμος
ανωριμότητα
Categories
:
Greek lemmas
Greek prefixes
Hidden categories:
Pages with entries
Pages with 1 entry
Pages using catfix
Search
Search
Toggle the table of contents
ά-
3 languages
Add topic