έμφραγμα του μυοκαρδίου

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

έμφραγμα του μυοκαρδίου (émfragma tou myokardíoun (plural εμφράγματα του μυοκαρδίου)

  1. (medicine) myocardial infarction

Related terms[edit]

Further reading[edit]