αδαμιαία περιβολή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

αδαμιαία περιβολή ‎(adamiaía perivolíf

  1. (idiomatic) birthday suit (describing a naked person)
    Εμφανίστηκε με αδαμιαία περιβολή.‎ ― Emfanístike me adamiaía perivolí. ― He appeared in his birthday suit.

Declension[edit]

see: αδαμιαία ‎(adamiaíaand περιβολή ‎(perivolí)