αυτόματη ταμειακή μηχανή

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Etymology[edit]

From αυτόματος (aftómatos, automatic) + ταμειακός (tameiakós, cash) + μηχανή (michaní, machine)

Noun[edit]

αυτόματη ταμειακή μηχανή (aftómati tameiakí michaníf (plural αυτόματες ταμειακές μηχανές)

  1. automated teller machine, automatic teller machine

Synonyms[edit]

Related terms[edit]

see: ταμείο (tameío, cashier's desk, checkout)