δεκαδικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

δεκαδικός (dekadikósm (feminine δεκαδική, neuter δεκαδικό)

  1. decimal
    δεκαδικό αριθμός (decimal number)

Declension[edit]

Derived terms[edit]

Related terms[edit]

Further reading[edit]