δελτίο αστυνομικής ταυτότητας

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

δελτίο αστυνομικής ταυτότητας (deltío astynomikís taftótitasf (plural δελτία αστυνομικής ταυτότητας)

  1. ID card, identity card, identity document

Declension[edit]

see: δελτίο (deltío)

Synonyms[edit]

Further reading[edit]