επιβατική αμαξοστοιχία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

επιβατική αμαξοστοιχία (epivatikí amaxostoichíaf (plural επιβατικές αμαξοστοιχίες)

  1. (rail transport) passenger train

Declension[edit]

see: επιβατικός (epivatikós) and αμαξοστοιχία (amaxostoichía)

Synonyms[edit]

Coordinate terms[edit]