ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Phrase[edit]

ευτυχισμένος ο καινούριος χρόνος ‎(eftychisménos o kainoúrios chrónos)

  1. Happy New Year

Synonyms[edit]