ιδιοκτησία

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

ιδιοκτησία ‎(idioktisíaf ‎(plural ιδιοκτησίες)

  1. ownership
  2. property
    Η ιδιοκτησία είναι κλοπή
    Property is theft

Declension[edit]