ορθογώνιο παραλληλόγραμμο

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Alternative forms[edit]

Noun[edit]

ορθογώνιο παραλληλόγραμμο ‎(orthogónio parallilógrammon ‎(plural ορθογώνια παραλληλόγραμμα)

  1. (geometry) rectangle, right-angled quadrilateral