σε απευθείας σύνδεση

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

σε ‎(se, in, on) + απευθείας ‎(apeftheías, directly) + σύνδεση ‎(sýndesi, connection, link)

Phrase[edit]

σε απευθείας σύνδεση ‎(se apeftheías sýndesi)

  1. online

Synonyms[edit]