χρήση

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

χρήση (chrísif (plural χρήσεις)

  1. use, application, usage
    για χρήση των μαθητών (for use by students)
    φάρμακο για εξωτερική χρήση (medication for external use)

Declension[edit]

Derived terms[edit]