Category:el:Flowers

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. αγριοτριαντάφυλλο
  2. κρίνο
  3. αγριόκρινο
  4. ίρις
  5. άνθος
  6. νάρκισσος
  7. λευκόιο
  8. ιβίσκος
  9. μενεξές
  10. ηράνθεμο
Oldest pages ordered by last edit
  1. ανθί
  2. ηλίανθος
  3. ντάλια
  4. ηλιοτρόπιο
  5. ρόδο
  6. πασχαλιά
  7. αγιόκλημα
  8. λεβάντα
  9. αγριολούλουδο
  10. αγριοτριαντάφυλλο

» All languages » Greek language » All sets » Lifeforms » Plants » Flowers

Greek terms for flowers.