Category:el:Pathology

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Recent additions to the category
  1. ακροχορδώνα
  2. αιμωδίαση
  3. αιμωδία
  4. αιμοστασία
  5. αιμόσταση
  6. αιμορραγικός
  7. αιμολυτικός
  8. αιμαγγείωμα
  9. αρτηριοσκλήρυνση
  10. αθηρωμάτωση
Oldest pages ordered by last edit
  1. αδένωμα
  2. αδενοπάθεια
  3. αιματέμεση
  4. αιματοκήλη
  5. αιματουρία
  6. αιματοκρίτης
  7. αιμολυσία
  8. αιμοληψία
  9. αιμόλυση
  10. αθήρωμα

» All languages » Greek language » All topics » Sciences » Medicine » Pathology

Greek terms related to pathology.