ήμισυς

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Etymology[edit]

From Ancient Greek ἥμισυς (hḗmisus, half)

Adjective[edit]

ήμισυς (ímisysm,  feminine: ημίσεια (imíseia), neuter: ήμισυ (ímisy)

  1. Alternative form of μισός (misós) (half)
    Tο ακίνητο ανήκει κατά το ήμισυ στο δημόσιο και κατά το ήμισυ σε ιδιώτη.
    The property is half public and half private.

Declension[edit]

This adjective needs an inflection-table template.

Related terms[edit]