εγγύηση

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Noun[edit]

εγγύηση (engýisif (plural εγγυήσεις)

  1. (law) bail, guarantee, pledge
  2. (trade) guarantee, warranty
    Είναι υποχρεωμένοι από το νόμο να έχουν 2 χρόνια εγγύηση.
    They must by law have a 2 year warranty.

Declension[edit]