κτητικός

Definition from Wiktionary, the free dictionary
Jump to: navigation, search

Greek[edit]

Adjective[edit]

κτητικός (ktitikósm,  feminine: κτητική (ktitikí), neuter: κτητικό (ktitikó)

  1. possessive
    Έχει κτητικές τάσεις. (He has possessive tendencies.)
  2. (grammar) possessive
    κτητική αντωνυμία (possessive pronoun)

Declension[edit]